ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ

Posted on December 24, 2016, 12:04 pm
FavoriteLoadingAdd to favorites 13 secs

Πριν ένα μήνα ο Γάλλος πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς, με άρθρο του σε ευρωπαϊκές εφημερίδες, ένα χρόνο μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι, επεσήμανε: «Η Ευρώπη θα πληγεί και πάλι από την «ισλαμιστική τρομοκρατία», αλλά «θα νικήσει». Δυστυχώς την περασμένη εβδομάδα εφιαλτικές μνήμες αναβίωσαν από τρομοκρατικά χτυπήματα του παρελθόντος και επιβεβαίωσαν τον Γάλλο πρωθυπουργό ως προς το πρώτο τουλάχιστον μέρος της εκτίμησής του. Ένα φορτηγό εισέβαλε σε υπαίθρια χριστουγεννιάτικη αγορά, γεμάτη κόσμο, στο Βερολίνο, σκορπίζοντας τον θάνατο. Μερικές ώρες πριν, Τούρκος αστυνομικός φωνάζοντας «Αλάχ Άκμπαρ» είχε δολοφονήσει το Ρώσο πρέσβη στην Άγκυρα. Οι ενέργειες αυτές πραγματοποιήθηκαν από άτομα που είχαν ασπασθεί τις ιδέες του ριζοσπαστικού Ισλάμ και δημιουργούν προβληματισμό σχετικά με την ανάπτυξη και συνέχιση του ισλαμιστικού «φονταμενταλισμού». Ο όρος «φονταμενταλισμός», μεταγραφή του αγγλικού funda-mentalism (από το λατινικό fundamentum: θεμέλιο), αποδίδεται ως «θεμελιωτισμός» ή «θεμελιοκρατία» ή ζηλωτισμός. Σημαίνει «την επιστροφή στα θεμέλια μιας παράδοσης του παρελθόντος, την εμμονή στα θεμελιώδη άρθρα πίστης και τη μαχητική προάσπιση των θεμελιακών στοιχείων κάποιας θρησκευτικής κληρονομιάς. Η λέξη φονταμενταλισμός χρησιμοποιείται για να δηλώσει αυτόν που είναι συντηρητικός και αδιάλλακτος σε θέματα πίστης και ιδεολογίας. Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία συνθέτουν το φονταμενταλισμό η συντηρητικότητα, η θρησκευτικότητα και η μαχητικότητα. Η βία στο όνομα της συντήρησης είναι το στοιχείο που συνοψίζει το φονταμενταλιστικό κίνημα. Η πολιτική σκοπιμότητα και η ειδησεογραφική προχειρότητα σε μερικές περιπτώσεις δημιούργησαν την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν μόνο το Ισλάμ ταυτίζεται με το φονταμενταλισμό, ενώ η αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα είναι ότι κάθε θρησκεία έχει να παρουσιάσει κρούσματα αυτού του είδους.

Η μορφή φονταμενταλισμού όμως που συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα τρομοκρατίας και τη νέα τάξη πραγμάτων που έχει διαμορφωθεί στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον είναι ο «ισλαμιστικός φονταμενταλισμός». Ο ορισμός του είναι: Κίνηση, συμπεριφορά ή στάση, που δίνει έμφαση στην αυστηρή και σχολαστική προσκόλληση, σε ένα πλαίσιο βασικών αρχών που περιέχονται στο Κοράνιο. Η αυθαίρετη ερμηνεία των στοιχείων που απαρτίζουν τις αρχές του Ισλάμ έχει ως αποτέλεσμα τη γένεση ριζοσπαστικών ιδεών και ιδεολογιών, τις οποίες αρκετές φορές ενστερνίζονται άτομα που προκαλούν άκρατο θρησκευτικό φανατισμό και μισαλλοδοξία. Οι ρίζες του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού βρίσκονται στις θεωρίες που ανέπτυξαν σημαντικοί ισλαμιστές όπως ο Μοχάμεντ Αμπντού (1849-1905) και ο Σαγίντ Κουτμπ (1906-1966), που άσκησαν έντονη επιρροή στο μουσουλμανικό κόσμο. Τα κυριότερα σημεία των θεωριών αυτών επικεντρώνονται, στην αυστηρή εφαρμογή του ισλαμικού νόμου, στην αυθεντική επιστροφή ερμηνείας του κορανίου και στην εγκαθίδρυση ενός γνήσιου ισλαμικού κράτους σε ολόκληρο τον κόσμο. Από πρακτική πολιτική άποψη, ο ισλαμιστικός φονταμενταλισμός δεν δίνει απάντηση στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των χωρών, στις οποίες επιβάλλεται, αλλά ενδιαφέρεται για το Ισλάμ ως τρόπο ζωής. Το στοιχείο που διακρίνει θεαματικά τις επιθέσεις φανατικών ισλαμικών ομάδων από τα χτυπήματα άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων είναι το στοιχείο της «αυτοθυσίας». Παρά το ότι αυτές χαρακτηρίζονται επιθέσεις αυτοκτονίας, οι ισλαμικές ομάδες τις θεωρούν επιθέσεις μαρτύρων, επειδή η αυτοκτονία απαγορεύεται στο Ισλάμ. Η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί επιβεβαίωση της προσέγγισής τους προς το θείο και συνιστά ηθική δικαίωση και ατομικό εξαγνισμό. Ο πιστός ο οποίος θυσιάζεται στο όνομα του Αλλάχ, κατά την ώρα της θυσίας αναφέρει δύο φορές το όνομά του (Αλλάχ Άκμπαρ δηλ. ο Θεός είναι μεγάλος) και κατακτά τη μεγαλύτερη βαθμίδα της θυσίας. Θυσιάζεται για την αγάπη του Αλλάχ, οπότε από αυτό το ιδανικό πηγάζει και η υψηλή διάθεση του ιερού πολέμου (τζιχάντ). Ο εξτρεμισμός του Ισλάμ στηρίζεται στην καθολική άρνηση συνεργασίας με τη Δύση και τις κυβερνήσεις ή του υποστηρικτές τους. Απορρίπτει τον δυτικό τρόπο ζωής και τον πολιτισμό και στοχεύει στην εκδίωξη των ξένων πολιτικών φορέων από τον οίκο του Ισλάμ.

Η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά στις μέρες μας μέσω του Ισλαμικού Κράτους (ISIS – Islamic State of Iraq and Syria), αλλά έχει τις ρίζες της σε περασμένες δεκαετίες. Δύο ιστορικής σημασίας γεγονότα του 1979 (η εγκαθίδρυση θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν υπό τον Αγιατολάχ Χομεϊνί και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν), σηματοδότησαν την εμφάνιση ενός κύματος ισλαμιστικών κινημάτων. Η Σοβιετική Ένωση προκειμένου να καταστείλει εξέγερση ισλαμιστικού κινήματος στο εσωτερικό του Αφγανιστάν φοβούμενη την εξάπλωση της ισλαμικής επανάστασης στις γειτονικές δημοκρατίες του Τουρκμενιστάν, του Ουζμπεκιστάν και του Τατζικιστάν, αποφάσισε να εισβάλει στο Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ θεώρησαν ότι με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων διακυβεύονται τα συμφέροντά τους στην περιοχή και για το λόγο αυτό ενίσχυσαν τους Αφγανούς ισλαμιστές αντάρτες (Ταλιμπάν – Μουτζαχεντίν). Αυτοί υπό την καθοδήγηση του Οσάμα Μπιν Λάντεν και υποστηριζόμενοι από τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν διεξήγαγαν σκληρό αγώνα κατά των σοβιετικών. Η Αμερικανική στρατιωτική βοήθεια διοχετευόταν στους μουτζαχεντίν μέσω της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών του Πακιστάν. Το 1989 τα Ρωσικά στρατεύματα εγκαταλείπουν το έδαφος του Αφγανιστάν, αλλά ο αγώνας των Ταλιμπάν συνεχίζεται, εναντίον του κομμουνιστή ισχυρού άντρα της Καμπούλ, Νατζιμπουλάχ, τον οποίο εγκατέστησαν στην εξουσία οι Σοβιετικοί με την αποχώρησή τους. Η χώρα που ήταν διαλυμένη από τον εμφύλιο πόλεμο είδε να εμφανίζεται μια νέα πολιτική δύναμη, οι Ταλιμπάν που ήταν μουσουλμάνοι φοιτητές που σπούδασαν στα σχολεία «μαντράσας» όπου διδάσκεται το Κοράνιο. Η εγκαθίδρυση του θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν το 1979 και η εμπειρία του Αφγανιστάν με την νίκη των ισλαμιστών εναντίον μιας υπερδύναμης δημιούργησαν επαναστατικό ενθουσιασμό, ο οποίος οδήγησε στη δημιουργία οργανώσεων με ριζοσπαστικό προσανατολισμό με σκοπό τη δημιουργία αδελφών καθεστώτων στην Μέση Ανατολή. Η Ιρανική επανάσταση τους παρείχε, το ιδεολογικό και ηθικό έρεισμα για την πραγματοποίηση επιθέσεων «αυτοκτονίας» εναντίον των «απίστων». Στα μάτια τους ο πόλεμος του Αφγανιστάν, έμοιαζε να αποδεικνύει ότι η επιστροφή στις αρχές του Ισλάμ μπορούσε να φέρει τη νίκη έναντι των ισχυρότερων δυνάμεων των «απίστων». Οι «μουτζαχεντίν» υποστηρίχθηκαν από εθελοντές ισλαμιστές από τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τη νοτιοανατολική Ασία. Από τις τάξεις αυτών των εθελοντών προήλθαν οι περισσότεροι βίαιοι ισλαμιστές ανά τον κόσμο στη δεκαετία του ’90.

Με το τέλος της εκστρατείας του Αφγανιστάν ένας άλλος ιδεολογικά «αξιόλογος» σκοπός τέθηκε από τον Μπιν Λάντεν. Ο σκοπός αυτός επικεντρώθηκε στην προσέγγιση όλων των εξτρεμιστικών ισλαμικών ομάδων κάτω από την ίδια σημαία. Η οργάνωση Αλ Κάϊντα του Οσάμα Μπιν Λάντεν λειτούρ¬γησε ως χρηματοδότης, εκπαιδευτής και διεθνής σύνδεσμος των διάσπαρτων βίαιων ισλαμιστών. Το 1990 διακόπηκε η βοήθεια, της Σαουδικής Αραβίας προς τους Ταλιμπάν, κατόπιν απαίτησης των Αμερικανών. Η διακοπή αυτή μετατράπηκε σε πρόσχημα για τον Μπιν Λάντεν και τον οδήγησε να λάβει την απόφαση συνέχισης του τζιχάντ, με δική του πρωτοβουλία και δικά του χρήματα. Η τελική ρήξη με τη Σαουδική Αραβία ήρθε για τον Μπιν Λάντεν, όταν απέρριψε τις προτάσεις του περί διεξαγωγής καθαρά ισλαμικού ιερού πολέμου με μαχητές της Αλ Κάϊντα, ενάντια στον Σαντάμ Χουσεΐν μετά την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ. Η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας προτίμησε τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και οι στρατιωτικές δυνάμεις ΗΠΑ, Βρεττανίας και Γαλλίας έμειναν μετά το τέλος του πολέμου το 1991 στα μέρη του προφήτη Μωάμεθ. Το Φεβρουάριο του 1998 ο Μπιν Λάντεν ανακοινώνει το σχηματισμό «του παγκόσμιου ισλαμικού μετώπου εναντίον των Εβραίων και των σταυροφόρων» με σκοπό να πλήξει κατά βάση ισραηλινούς και αμερικανικούς στόχους. Μια σειρά επιθέσεων με εκατοντάδες θύματα ακολουθούν τις δηλώσεις του Μπιν Λάντεν. Η επίθεση που δέχτηκαν οι ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, ήλθε να μεταβάλλει βίαια το τοπίο, να καταγραφεί στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών και να δημιουργήσει τη «νέα τάξη πραγμάτων» στο διεθνές σύστημα. Η επέμβαση στο Ιράκ (2003), αλλά και τα πρόσφατα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης (2011) αποσταθεροποίησαν τις χώρες της περιοχής, αφού εκδίωξαν αυταρχικά καθεστώτα που βρίσκονταν για δεκαετίες στην εξουσία και ενδυνάμωσαν την αντιπολίτευση, η οποία είχε ήδη δομηθεί, γύρω από την ισλαμιστική ιδεολογία. Το 2014 η οργάνωση ISIS, ακραίο παρακλάδι της Αλ-Κάϊντα ανακήρυξε την ανεξαρτησία του ισλαμικού χαλιφάτου, σε μια έκταση που περιέχει περιοχές της Συρίας και του Ιράκ. Η κεντρική διοίκηση της Αλ Κάϊντα, το Φεβρουάριο του 2014, αποκήρυξε την οργάνωση ISIS, εξαιτίας της σύγκρουσης με την Αλ Νούσρα, παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία. Οι περισσότεροι μαχητές που πλαισιώνουν τις τάξεις του ISIS προέρχονται από αραβικές και μουσουλμανικές χώρες, όπως και σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις εξτρεμιστικών ισλαμιστικών οργανώσεων. Η ένταξη τους έχει ως κίνητρα την απέχθεια προς τα διεφθαρμένα και αυταρχικά κατά την άποψή τους καθεστώτα της περιοχής που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για να εδραιώσουν την εξουσία τους, η πίστη σε μια «ακραία» εκδοχή του θρησκευτικού λόγου που στέκεται απέναντι όχι μόνο στις διεφθαρμένες ντόπιες εξουσίες αλλά και στους αποστάτες (πχ σιίτες) και στους αλλόθρησκους. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι πολύ μεγάλος αριθμός από αυτούς που εντάχθηκαν στις τάξεις του ISIS είναι «παιδιά» δεύτερης και τρίτης γενιάς, που γεννήθηκαν στην Ευρώπη και έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως

Την έντονη θρησκευτική πίστη, το μίσος για τη Δύση και μια αίσθηση απομάκρυνσης και αποκοπής από τις κοινωνίες τους. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η συνολική αποδοχή μιας βίαιης ιδεολογίας και η επιρροή από τη ριζοσπαστική προπαγάνδα που διακινείται κυρίως μέσα από το διαδίκτυο.

Το πρόβλημα με την ισλαμική τρομοκρατία είναι πως δεν υφίσταται θέμα διαλόγου για να αντιληφθεί κάποιος το «λάθος» στον τρόπο σκέψης του, αλλά είναι ζήτημα ερμηνείας θρησκευτικών κειμένων, από ανθρώπους «αφιονισμένους», τους οποίους κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ορθολογικά. Οι πολεμικές επιχειρήσεις που λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο στη Συρία μπορεί να φέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και να εξαλείψουν το ισλαμικό Κράτος από τον χάρτη, που προσφέρει το ιδεολογικό-θρησκευτικό υπόβαθρο μίσους και την εκπαίδευση στους τρομοκράτες, αλλά κανείς δεν εγγυάται και την εξαφάνιση της τρομοκρατίας. Είναι κατανοητό ότι αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο να προληφθούν και να αντιμετωπισθούν επιθέσεις από ανθρώπους που είναι έτοιμοι να πεθάνουν μαζί με τα θύματά τους. Η αντιμετώπιση και η αποτροπή της ισλαμικής τρομοκρατίας απαιτεί ένα πλέγμα στρατιωτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών μέτρων δράσης, ενδεικτικά όπως :
– Ανάπτυξη ενός διεθνούς διευρυμένου συστήματος πληροφοριών υψηλής ποιότητος για τους σκοπούς, τις προθέσεις και τα σχέδια των τρομοκρατικών οργανώσεων και κινημάτων.
– Παρακολούθηση και αναφορά διαδικτυακού περιεχομένου που προάγει τον βίαιο εξτρεμισμό ή την τρομοκρατία.
– Συνδρομή της διεθνούς κοινότητας, στον εκδημοκρατισμό των χωρών της Μέσης Ανατολής με υιοθέτηση ενός συστήματος αξιών που θα προάγει τις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
– Στρατηγική ένταξης των μουσουλμανικών μειονοτήτων στις κοινωνικές δομές των Δυτικών κοινωνιών. Η οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ομαλή ενσωμάτωση του μουσουλμανικών μειονοτήτων της Ευρώπης αποτελεί την πιο κατάλληλη στρατηγική για να περιοριστεί ο προσηλυτισμός, κυρίως της νεολαίας τους, στην ιδεολογία του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
– Απαγκίστρωση από ιδεοληψίες σχετικά με το διαχωρισμό προσφύγων – μεταναστών. Προφανώς ο πρόσφυγας χρειάζεται να προστατεύεται. Αν όμως οριστεί ως πρόσφυγας κάθε κάτοικος μιας χώρας στην οποία διεξάγονται ένοπλες συγκρούσεις, αυτό θα οδηγήσει εκατομμύρια, να έχουν δικαίωμα να τύχουν της προστασίας του πρόσφυγα στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων αυτών και την περιθωριοποίησής τους. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται να υπάρχουν συστηματικοί έλεγχοι στους μουσουλμάνους που εισέρχονται στη Δύση και αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας για τους παράνομους μετανάστες.

Του Λάμπρου Τζούμη*

Αντιστρατήγου ε.α.

* Οι θέσεις που εκφράζονται στο κείμενο είναι απολύτως προσωπικές.

Leave a Reply

  • (not be published)