Καθώς ο πόλεμος μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των υποστηριζόμενων από το Ιράν Χούθι κλιμακώνεται, το Ριάντ τους κατηγόρησε για επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος, στη Μέκκα, την πλέον ιερή πόλη του Ισλάμ και τόπο προσκυνήματος για εκατομμύρια μουσουλμάνους.
Η Μέκκα, είναι πόλη της Σαουδικής Αραβίας , γενέτειρα του Μωάμεθ. Εκεί βρίσκεται το πιο ιερό τέμενος, το Μασγίντ αλ-Χαράμ. Όλα τα τζαμιά είναι προσανατολισμένα προς την Κάαμπα (όπου φυλάσσεται ο Μαύρος Λίθος).
Η Μεδίνα, είναι πόλη στη δυτική Σαουδική Αραβία και τόπος ταφής του Μωάμεθ.. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Γιαθρίμπ, από την ομώνυμη όαση που βρισκόταν εκεί κοντά. Αποτελεί τη δεύτερη πιο ιερή πόλη για τους Μουσουλμάνους .
«Η ασφάλεια των δύο ιερών μνημείων και των προσκυνητών είναι μια κόκκινη γραμμή», δήλωσε ο εκπρόσωπος των σαουδαραβικών δυνάμεων». «Αυτό μπορεί να περιγραφεί μόνο ως μια επαίσχυντη πράξη, μια προσπάθεια να στοχεύσουμε τη γενέτειρα της αποκάλυψης, τη γη του μηνύματος και τον προορισμό που αντλεί τις καρδιές εκατομμυρίων μουσουλμάνων από όλο τον κόσμο.”
Είτε οι Χούτι στόχευαν πραγματικά ή όχι τη Μέκκα, η δήλωση της Σαουδικής Αραβίας είναι σαφώς μια προσπάθεια να δυσφημιστούν ως αντι-ισλαμική τρομοκρατική πολιτοφυλακή. Ωστόσο, η δήλωση της Σαουδικής Αραβίας έχει αναβιώσει άθελά της μια παλαιότερη και πιο άβολη ερώτηση: ποιος έχει το δικαίωμα να ελέγχει το Μεγάλο Τζαμί στη Μέκκα.
Τα τελευταία 1.400 χρόνια, η Μέκκα έχει επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο ενδοαραβικής διαμάχης και ανταγωνισμού.
Η Κάαμπα βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από δυνάμεις του χαλιφάτου των Ουμαγιάντ το 683μ.Χ. . Αργότερα, λεηλατήθηκε από τους Καρματιανούς (σιίτες στρατιωτικοί περσικής καταγωγής στην Ανατολική Αραβία, το 930μ. Χ.).
Τέλος καταλήφθηκε από μαχητές, που κατήγγειλαν τη βασιλική οικογένεια ως διεφθαρμένη το 1979, και εγκλωβίστηκε σε θανατηφόρες συγκρούσεις στο Χάτζ το 1987. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση, οι επιτιθέμενοι ήταν μουσουλμάνοι, όχι αλόθρησκοι.

Ο έλεγχος της Μέκκας και της Μεδίνα, δεν έχει διευθετηθεί μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα, σε περίπου 14 αιώνες ισλαμικής ιστορίας, οι Σαουδάραβες εξασκούν πλήρη επικυριαρχία σε αυτές τις τοποθεσίες για λιγότερο από δύο αιώνες και ο Οίκος Σαούντ, η κυβερνώσα οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας, τους ελέγχει μόνο για έναν αιώνα.
Με άλλα λόγια, η κηδεμονία της Σαουδικής Αραβίας των δύο ιερών τόπων είναι σύγχρονη, όχι αρχαία, και ποτέ δεν έχει μείνει αδιαμφισβήτητη.
Το Ιράν, για το θέμα αυτό, πάντα αμφισβητούσε τον έλεγχο των δύο ιερών του Ισλάμ και πρότεινε ότι η διοίκηση και των δύο τοποθεσιών θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από ένα κοινό σώμα όλων των ισλαμικών χωρών.
Η σύγκρουση για τον έλεγχο της Μέκκας και της Μεδίνα είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και το ίδιο το Ισλάμ. Όποιος κατέχει τις δύο ιερές τοποθεσίες αποκτά απαράμιλλο κύρος και μια ισχυρή αξίωση να εκπροσωπεί τον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο.
Ο Προφήτης Μωάμεθ κατέκτησε τη Μέκκα το 630 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, και κάτω από τους πρώτους τέσσερις ευσεβείς Χαλίφηδες, η διοίκηση τόσο της Μέκκα όσο και της Μεδίνα παρέμεινε υπό τον έλεγχό τους.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Ισλάμ επεκτάθηκε επιθετικά, κατέκτησε νέα εδάφη και έγινε αυτοκρατορία. Ως αποτέλεσμα, αυξήθηκαν τα σχίσματα και αναδύθηκαν νέα κέντρα εξουσίας.
Από το 661 μ.Χ. έως το 750 μ.Χ., το χαλιφάτο Ουμαγιάρ , με επίκεντρο τη Δαμασκό, έλεγχε τη Μέκκα και τη Μεδίνα.
Από τον 8ο έως τα μέσα του 10ου αιώνα, το Χαλιφάτο των Αμπασίντ, με επίκεντρο τη Βαγδάτη, έλεγχε αυτές τις δύο τοποθεσίες.
Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι κληρονόμοι Σαρίφ της Μέκκα έγιναν οι τοπικοί κυβερνήτες της περιοχής Χετζά. Ωστόσο, συχνά έπρεπε να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία κάποιου μακρινού ηγεμόνα, όπως το Χαλιφάτο των Φατιμίδων, με έδρα την Αίγυπτο.
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, περίπου από το 1517 μ.Χ. έως το τέλος του Α΄ΠΠ, και οι δύο τοποθεσίες ήταν υπό οθωμανική κηδεμονία, με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Από το 1916 έως το 1925, το Χασεμιτικό Βασίλειο της Χετάζ ήλεγχε τις τοποθεσίες. Το 1924 εισήλθαν οι δυνάμεις του Αμπντουλαζίζ Ιμπν Σαούντ. Το έδαφος ενσωματώθηκε στο Βασίλειο των Χεζάζ και Νέζντ και στη συνέχεια στο ενοποιημένο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας το 1932.
Πολλές από αυτές τις μεταφορές ελέγχου ήταν αρκετά βίαιες, και πολλές φορές, ακόμη και η ίδια η Κάαμπα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στο Ιράν, το νέο καθεστώς στην Τεχεράνη έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της Μέκκα από τη Σαουδική Αραβία.
Το 1987, κατά τη διάρκεια έντονων διαμαρτυριών, οι ένοπλες δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας άνοιξαν πυρ, με αποτέλεσμα το θάνατο πάνω από 400 ανθρώπων, εκ των οποίων, σχεδόν 300 από αυτούς Ιρανοί.
Το 2018, ο Αλί Χαμενεΐ, είχε δηλώσει ότι η Μέκκα και η Μεδίνα ανήκουν σε ολόκληρη τη μουσουλμανική κοινότητα και όχι μόνο σε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Στην Τουρκία, ορισμένοι μελετητές έχουν επίσης προτείνει ότι η Μέκκα θα πρέπει να κηρυχθεί κυρίαρχο έδαφος, παρόμοιο με την πόλη του Βατικανού, και ότι ένα όργανο OIC (Οργανισμός της Ισλαμικής Συνεργασίας) θα έπρεπε να τη διοικεί.
Ενώ ο Οίκος των Σαούντ ελέγχει τη Μέκκα και τη Μεδίνα για τον τελευταίο αιώνα, η θεματοφυλακή αυτών των εδαφών αμφισβητείται εδώ και καιρό στην ισλαμική ιστορία. Συνεπώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη περιοχή εμπεριέχουν και αυτό το αίτιο.
(Πηγή : Sumit Ahlawat/ Eurasian Times/ 18-09-2026)
Του Απόστολου Τσιμογιάννη
Ο Απόστολος Τσιμογιάννης είναι Υποστράτηγος (ε.α), με μεγάλη επιτελική και διοικητική εμπειρία στον τομέα των Millitary Logistics. Έχει υπηρετήσει σε ανάλογη επιτελική θέση του NATO/NSPA. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Logistics.