Τέσσερα χρόνια μετά την είσοδο των ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μια σκληρή σύγκρουση που συνεχίζει να καταστρέφει ζωές και μέσα διαβίωσης και να δοκιμάζει τα όρια του διεθνούς δικαίου, ενώ δεν διαφαίνεται σχεδόν καμία ουσιαστική κίνηση προς την ειρήνη.
Όπως αναλύει στο «The Geopolitics», ο K.M. Seethi/διευθυντής του κέντρου κοινωνικών ερευνών στο πανεπιστήμιο «Mahatma Gandhi», η γραμμή του μετώπου εκτείνεται σε περίπου 1.200 χιλιόμετρα. Η Ρωσία σήμερα ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο του ουκρανικού εδάφους, αλλά τα κέρδη της από το 2022 ήταν αργά και δαπανηρά.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έχουν σκοτωθεί, τραυματιστεί ή αγνοούνται περίπου 1,8 εκατομμύρια στρατιώτες και από τις δύο πλευρές. Οι απώλειες μεταξύ των αμάχων παραμένουν σοβαρές. Ο ΟΗΕ έχει καταγράψει σχεδόν 15.000 θανάτους αμάχων και περισσότερους από 40.000 τραυματισμούς, ενώ προειδοποιεί ότι ο πραγματικός αριθμός είναι υψηλότερος.
Τα θύματα μεταξύ των αμάχων αυξήθηκαν απότομα το 2025 και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν αφήσει εκατομμύρια ανθρώπους με μόνο λίγες ώρες ηλεκτρικής ενέργειας κάθε μέρα σε χειμερινές θερμοκρασίες υπό το μηδέν.
Σε όλη τη χώρα, περίπου 3,7 εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν εσωτερικά εκτοπισμένοι και σχεδόν 6 εκατομμύρια ζουν στο εξωτερικό ως πρόσφυγες.
Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, το κόστος ανοικοδόμησης πλησιάζει πλέον τα 588 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν τρεις φορές το προβλεπόμενο ΑΕΠ της Ουκρανίας για το 2025. Τα συστήματα στέγασης, μεταφορών και ενέργειας έχουν διαλυθεί. Η απομάκρυνση μη εκραγέντων πυρομαχικών θα κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια.
Το Κρεμλίνο ανέμενε μια γρήγορη νίκη. Αντ’ αυτού, αντιμετωπίζει έναν παρατεταμένο πόλεμο που έχει εξαντλήσει τους πόρους και έχει εκθέσει τα όρια της ρωσικής ισχύος.
Η οικονομική πίεση είναι ορατή στην καθημερινή ζωή των Ρώσων. Οι αυξανόμενοι φόροι, ο πληθωρισμός και οι πολεμικές δαπάνες πιέζουν τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις.
Η στρατηγική του Πούτιν φαίνεται αρκετά σαφής. Να διατηρήσει την πίεση μέχρι να κουραστεί η Ουκρανία ή οι σύμμαχοί της. Η κυβέρνησή του συνεχίζει να επιμένει σε εδαφικές παραχωρήσεις, περιορισμούς στον στρατό της Ουκρανίας και μακροπρόθεσμη ουδετερότητα. Οι απαιτήσεις αυτές μοιάζουν περισσότερο με την διάθεση εξασφάλισης σφαίρας επιρροής, παρά με πραγματική ανησυχία κινδύνου από το ΝΑΤΟ.

Εικόνα 1: Τελευταία επισκόπηση) απο” Institute for the Study of War”
Η Ουκρανία διέψευσε τις προσδοκίες του Πούτιν. Το Κίεβο εξακολουθεί να στέκεται, οι ρωσικές δυνάμεις παραμένουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και ο ουκρανικός στρατός έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο σκληραγωγημένες σε μάχες δυνάμεις της Ευρώπης .
Ωστόσο, το κόστος είναι βαρύ. Η στρατολόγηση είναι πιο δύσκολη, οι υποδομές έχουν καταστραφεί και η οικονομική επιβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυτική βοήθεια.
Πολιτικά, το Κίεβο αντιμετωπίζει μια λεπτή διαδικασία ισορροπίας. Ο Πρόεδρος Ζελένσκι επιμένει στην αποκατάσταση των συνόρων της Ουκρανίας και στην εξασφάλιση ισχυρών εγγυήσεων. Ταυτόχρονα, φάνηκε δεκτικός σε διαπραγματεύσεις και εκλογές, εφόσον είναι αξιόπιστες και υποστηρίζονται από διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας.
Η διαπραγματευτική στρατηγική της Ουκρανίας είναι περιορισμένη. Πρέπει να φαίνεται ανοιχτή στην ειρήνη, αποφεύγοντας παράλληλα παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν περαιτέρω ρωσικές προελάσεις. Χωρίς εξασφαλισμένη στρατιωτική ισχύ και δυτική υποστήριξη, είναι μάλλον αδύνατο να εξασφαλίσει τις θέσεις της.
Οι δυτικές κυβερνήσεις παρουσιάζουν τον πόλεμο ως υπεράσπιση της κυριαρχίας και της τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Αλλά οι πολιτικές τους εμπλέκουν επίσης στρατηγικά συμφέροντα (αποδυνάμωση Ρωσίας, ενίσχυση συμμαχιών και διασφάλιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας).
Οι ΗΠΑ, έχουν πιέσει για διαπραγματεύσεις, ενώ παράλληλα έχουν ασκήσει οικονομική πίεση και κυρώσεις. Η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που περιορίζει πτυχές της υπόψη δασμολογικής εξουσίας, αποδυναμώνει αυτή τη προσέγγιση και περιπλέκει την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει οικονομικό καταναγκασμό παράλληλα με τη διπλωματία.
Τα ευρωπαϊκά κράτη συνεχίζουν να παρέχουν όπλα και χρηματοδότηση, αλλά οι προϋποθέσεις αλλάζουν. Η στρατιωτική βοήθεια μειώθηκε σε ορισμένους τομείς, ενώ οι ευρωπαϊκές συνεισφορές αυξήθηκαν για να αντισταθμίσουν την κατάσταση. Η πολιτική ενότητα παραμένει ασταθής, όπως φαίνεται από τις διαφωνίες εντός της ΕΕ σχετικά με τις κυρώσεις και την ενεργειακή πολιτική.
Ο ΟΗΕ κατέγραψε παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων βασανιστηρίων και επιθέσεων σε πολίτες. Ωστόσο, όλες οι χώρες γνωρίζουν ότι η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, παραμένει αδύναμη και οι νομικές αρχές υποχωρούν μπροστά στην πολιτική ισχύος, όταν εμπλέκονται μεγάλα κράτη.
Οι διπλωματικές προσπάθειες ενδέχεται να συνεχιστούν εν μέσω αναφορών για επιθέσεις και από τις δύο πλευρές. Η Ρωσία απαιτεί εδαφική αναγνώριση και στρατιωτικούς περιορισμούς. Η Ουκρανία επιμένει σε εγγυήσεις ασφάλειας και κυριαρχία. Καμία πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να κάνει αποφασιστικούς συμβιβασμούς.
Οι Αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν και η ενδεχόμενη εμπλοκή Ρώσων και Ουκρανών με τα αντιτιθέμενα στρατόπεδα, θα περιπλέξουν ακόμα περισσότερο τις όποιες διαδικασίες επίλυσης-ειρήνευσης.
Τέλος, στο πεδίο της μάχης, η σύγκρουση έχει αποδειχθεί ένα δαπανηρό αδιέξοδο. Ο κίνδυνος είναι ότι ο πόλεμος μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από την πολιτική βούληση για τον τερματισμό του. Η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι φθοράς συχνά επιμένουν πολύ, ακόμα και μετά την εξασθένηση των αρχικών αιτιών τους.
Απόστολος Τσιμογιάννης
Ο Απόστολος Τσιμογιάννης είναι Υποστράτηγος (ε.α), με μεγάλη επιτελική και διοικητική εμπειρία στον τομέα των Millitary Logistics. Έχει υπηρετήσει σε ανάλογη επιτελική θέση του NATO/NSPA. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Logistics.