Γράφει ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος
Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Χιλιάδες ακροδεξιοί υποστηρικτές του πρώην προέδρου της Βραζιλίας απόστρατου ταγματάρχη Ζαΐρ Μπολσονάρο εισέβαλαν στο Κογκρέσο, στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο προεδρικό μέγαρο της χώρας στις 8 Ιανουαρίου 2023. Η εισβολή ήταν σε εικόνες παρόμοια με εκείνη από την επίθεση στις 6 Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ από Τραμπικούς και ψυχάκηδες διαδηλωτές .Και σε αυτή την περίπτωση χτυπούσαν αστυνομικούς ενώ παραβίαζαν μαζικά την περίμετρο ασφαλείας των κτιρίων. Η θρασύτατη και άθλια επίθεση έλαβε χώρα μερικές ημέρες μετά την οριακή ήττα του Μπολσονάρο σε εκλογές που έφεραν πίσω στην εξουσία τον κεντροαριστερό πρώην πρόεδρο Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα.
Είναι σημαντικό να αναλυθεί η σημασία της επίθεσης στην πρωτεύουσα Μπραζίλια και τι θα μπορούσε να συμβεί στη συνέχεια.
Πρώτο ¨¨Ποιος ήταν πίσω από την έφοδο στο Κογκρέσο της Βραζιλίας;
Αυτό που είδαμε ήταν δεκάδες χιλιάδες σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές του Μπoλσονάρο (δηλαδή αυτοί που συμμερίζονται την ακροδεξιά και συνωμοσιολογική ατζέντα του,) να προσπαθούν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους μετά τις πρόσφατες οριακές προεδρικές εκλογές. Παρόλο που ο Μπολσονάρο δεν ήταν εκεί όταν σημειώθηκε η επίθεση(ήταν στο Ορλάντο στη Φλόριντα ) , εκτιμώ ότι είναι ο κύριος υπεύθυνος για αυτό που συνέβη. Τα χρόνια που ήταν στην εξουσία, ενθάρρυνε τη δυσπιστία προς τους πολιτικούς θεσμούς, υποστήριξε το κλείσιμο του Κογκρέσου και επιτίθετο στο Ανώτατο Δικαστήριο (δύο από τα ιδρύματα που έγιναν στόχος των διαδηλωτών). Άλλοι ήταν επίσης πίσω από αυτό που συνέβη. Οι διαδηλώσεις πραγματοποιούνται εδώ και εβδομάδες και υπάρχουν ισχυρότατοι χρηματοδότες των διαδηλώσεων, όπως μεγάλοι ιδιοκτήτες γης και επιχειρηματικοί όμιλοι που κάλυψαν τα έξοδα για την μεταφορά με λεωφορεία χιλιάδων υποστηρικτών του Μπολσονάρο από όλη τη χώρα στην πρωτεύουσα, Μπραζίλια. Και μετά υπάρχει ο ρόλος του στρατού. Κορυφαίες στρατιωτικές προσωπικότητες υποστήριξαν την ακροδεξιά ατζέντα του Μπολσονάρο για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ ακόμη και πρόσφατα έχουν επιδείξει απόλυτη υποστήριξη σε αρκετές διαδηλώσεις υπέρ των πραξικοπηματικών κινήσεων..
Δεύτερο: Η έλλειψη ασφάλειας που εμποδίζει την εισβολή σε βασικούς θεσμούς στην πρωτεύουσα με έκανε να αναρωτηθώ: Ήταν αμέλεια ή συνένοχοι; Ποιος ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων΄;
Η ασφάλεια στους δρόμους δεν είναι ευθύνη των ενόπλων δυνάμεων, αλλά η συνεχής υποστήριξη του στρατού στην ατζέντα του Μπολσανάρο συνέβαλε στη επικράτηση τέτοιων απόψεων μεταξύ των υψηλόβαθμων μελών της κρατικής στρατιωτικής αστυνομίας. Και ήταν η στρατιωτική αστυνομία που είχε την αποστολή να κρατήσει υπό έλεγχο τις μαζικές διαδηλώσεις στη Μπραζίλια. Οι διαδηλωτές υπέρ του Μπολσονάρο απαιτούσαν στρατιωτική επέμβαση για να ανατραπεί αυτό που ισχυρίζονται (χωρίς αποδείξεις) ότι ήταν νοθευμένες οι εκλογές που επανέφεραν τον κεντροαριστερό Λούλα στην εξουσία. Η ελπίδα τους είναι ότι ανώτερα στελέχη του στρατού(πολλοί από τους οποίους έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους στον Μπολσονάρο και τη συμπάθειά τους για τους “καταυλισμούς διαμαρτυρίας” που έχουν δημιουργηθεί κοντά σε στρατιωτικές βάσεις(θα υποστήριζα την ώθηση για την εκδίωξη του Λούλα)
Η Βραζιλία έχει μακρά ιστορία στο ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν αποδέχονται την πολιτική εξουσία. Το τελευταίο στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν το 1964. Φυσικά, οι συνθήκες ήσαν διαφορετικές τότε από τώρα (τότε βρισκόμασταν στον πυρετό του Ψυχρού Πολέμου, και το πραξικόπημα υποστηρίχθηκε από εξωτερικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων των Η.Π.Α). Ο Μπολσονάρο καλλιέργησε στενούς δεσμούς με τον Βραζιλιάνικο στρατό μετακινώντας βασικούς στρατιωτικούς σε θέσεις στην κυβέρνηση του . Οι στρατηγοί που ήταν φιλικοί με τον Μπολσονάρο έγιναν υπουργοί άμυνας, αρχηγοί επιτελείων μέχρι και ο υπουργός υγείας στο αποκορύφωμα της κρίσης της πανδημίας COVID-19. Επιπλέον, εκτιμάται ότι περίπου 6.000 ενεργοί στρατιωτικοί τοποθετηθήκαν σε θέσεις κλειδιά σε μη στρατιωτικές υποδομές τα τελευταία χρόνια. Ορισμένοι στρατηγοί, ναύαρχοι και πτέραρχοι έχουν υποστηρίξει ένθερμα τις διαδηλώσεις. Από τις πρώτες μετ- εκλογικές ημέρες , είχαμε στρατηγούς να διακηρύσσουν ότι οι διαδηλώσεις απαιτούσαν στρατιωτική επέμβαση και ήταν νόμιμες. Νομίζω ότι είναι δίκαιο να πούμε ότι τμήματα του στρατού της Βραζιλίας ήταν αρκετά ενθαρρυντικά για αυτό που συνέβη. Αλλά όταν ήρθε η κρίσιμη ώρα, οι ένοπλες δυνάμεις ήταν αρκετά “ήσυχες”. Ο στρατός μπορεί να “έθρεψε” την βίαιη διαμαρτυρία, αλλά όταν ήρθε στην ιδέα ενός παραδοσιακού πραξικοπήματος (δηλαδή τανκς στους δρόμους)αυτό απλά δεν συνέβη.
Τρίτο : Ήταν απόπειρα πραξικοπήματος;
Αυτό είναι ένα βασικό ερώτημα. Καθώς τα γεγονότα εξελίχθηκαν στις 8 Ιανουαρίου, έμοιαζαν περισσότερο με μια διαμαρτυρία που έγινε βίαιη και εκτός ελέγχου ( το επίπεδο των καταστροφών μέσα σε ορισμένα από τα κτίρια το επιβεβαιώνει.) Αλλά ήταν βδομάδες στο στάδιο της προετοιμασίας και καλά χρηματοδοτούμενο, καθώς εκατοντάδες λεωφορεία πληρώθηκαν για να οδηγήσουν τους υποστηρικτές του Μπολσονάρο στην πρωτεύουσα. Και ο εκπεφρασμένος στόχος πολλών διαδηλωτών ήταν η στρατιωτική επέμβαση. Οπότε με αυτή την έννοια, θα το έλεγα περισσότερο σαν εν εξελίξει απόπειρα πραξικοπήματος.
Τέταρτο :Τι μας λέει η επίθεση για τη δημοκρατία στη Βραζιλία;
Η Βραζιλία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η προεδρία Μπολσονάρο είδε τη χώρα να υποχωρεί στη δημοκρατία, καθώς η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώθηκε πολύ από την προεδρία του και από σκάνδαλα διαφθοράς. Και σχεδόν η μισή χώρα τον ψήφισε παρά το ιστορικό του να συνωμοσιολογεί και να υποδαυλίζει καθημερινά τη δημοκρατία.Η εκλογή του Λούλα φαίνεται να δείχνει ότι ακόμη περισσότεροι Βραζιλιάνοι θέλουν να ανοικοδομήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς στη χώρα μετά από τέσσερα χρόνια “Μπολσοναρισμού’, δηλαδή “Τραμπισμού της Λατινικής Αμερικής”.
Πέμπτο :Υπήρξαν προεκτάσεις και υποστήριξη εκτός Βραζιλίας ;
Τέτοια εκτροπή υποστηρίχθηκε από γνωστές ακροδεξιές προσωπικότητες στις ΗΠΑ , όπως ο περιβόητος Στηβ Μπάνον ο οποίος χωρίς αποδείξεις ισχυρίζονταν για κλεμμένες εκλογές στην εκπομπή του,ενώ ενθάρρυνε τις προκλήσεις ακόμη και όταν ο Μπολσονάρο φαινόταν να αποδέχεται τα αποτελέσματα. Τέτοια αφηγήματα διαδόθηκαν ακόμη και μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών, όταν ένας καλεσμένος(απόστρατος στρατηγός) στην εκπομπή του Μπάνον φέρεται να δήλωσε ότι «το όλο πράγμα μυρίζει».
Καθώς ο θυμωμένος όχλος φώναζε συνθήματα, υπήρξαν εκκλήσεις του Μπάνον προς τον στρατό της Βραζιλίας να απομακρύνει τον Λούλα από τα καθήκοντά του. Δεδομένης της ιστορίας της Βραζιλίας με στρατιωτική δικτατορία ( που κυβέρνησε τη χώρα μετά την ανατροπή του προέδρου Γκούλαρτ από τους Καστέλο Μπράνκο και Κόστα ε Σίλβα για περισσότερες από δύο δεκαετίες μεταξύ 1964 και 1985 ) το ενδεχόμενο στρατιωτικού πραξικοπήματος ήταν μια ιδιαίτερα μεγάλη ανησυχία,ενώ αναφέρονταν περιστατικά αξιωματικών που ενθάρρυναν ή διευκόλυναν τους βίαιους διαδηλωτές.Ο Μπολσινάρο δεν παραδέχτηκε δημόσια την ήττα του, προωθώντας την Βραζιλιάνικη εκδοχή του «Μεγάλου Ψέματος» του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Αρνήθηκε επίσης να αποτρέψει τους υποστηρικτές του να συγκεντρώνονται σε μεγάλες ομάδες έξω από στρατιωτικές βάσεις, όπου και παρακινούσαν επανειλημμένα τον στρατό να προχωρήσει σε πραξικόπημα.
Οι παραλληλισμοί με την 6η Ιανουαρίου στις ΗΠΑ είναι αδύνατο να αγνοηθούν, ακόμη και στη γλώσσα που χρησιμοποιείται, με τους υποστηρικτές του ο Μπολσονάρο που τους αποκαλούσε “πατριώτες” Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο Μπολσονάρο εξέφρασε επανειλημμένα τον θαυμασμό του για τον Τραμπ, μιμούμενος ακόμη και τη γλώσσα της κυβέρνησής του σχετικά με τον χειρισμό του κορονοϊού, τον οποίο τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Βραζιλία αντιμετώπισαν άσχημα, ειδικά κατά τους πρώτους οκτώ μήνες της επιδημίας. Και οι δύο ηγέτες έχουν επίσης σταθερά δείξει περιφρόνηση για τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. Και όπως ο Τραμπ, έτσι και ο Μπολσονάρο έθεσε τα θεμέλια που οδήγησαν στα γεγονότα της 8ης Ιανουαρίου 2023( για μήνες) επιμένοντας ότι αν έχανε τις εκλογές στα τέλη του 2022, αυτό θα οφείλονταν σε νοθεία. Επιπλέον, ο Μπολσονάρο έχει “αιχμαλωτίσει” τη φαντασία και την πολιτική ορμή πολλών Βραζιλιάνων ευαγγελιστών, αξιοποιώντας βαθιά αμφιλεγόμενα ζητήματα, όπως η άμβλωση, και επικαλούμενος ακραία θρησκευτική γλώσσα στις ομιλίες του.
Οι εικόνες των διαδηλωτών να σηκώνουν Βίβλους και άλλες θρησκευτικές αγιογραφίες και να γονατίζουν για να προσευχηθούν καθώς εισέβαλαν στο προεδρικό μέγαρο κατά τη διάρκεια των ταραχών της περασμένης Κυριακής θύμιζαν εικόνες της 6ης Ιανουαρίου 2021. Οι παραλληλισμοί συνεχίζουν να ενισχύουν την αυξανόμενη απειλή του σκληροπυρηνικού Χριστιανικού εθνικισμού, ενός κινήματος που κερδίζει δυναμική παγκοσμίως και ολοένα και πιο βίαιου χαρακτήρα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν καταδίκασε την επίθεση στα κυβερνητικά όργανα της Βραζιλίας γράφοντας: «Καταδικάζω την επίθεση στη δημοκρατία και στην ειρηνική μεταφορά της εξουσίας στη Βραζιλία. Οι δημοκρατικοί θεσμοί της Βραζιλίας έχουν την πλήρη υποστήριξή μας και η βούληση του Βραζιλιάνικου λαού και δεν πρέπει να υπονομευτεί». Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει την αξιοπιστία να επικρίνει τον σύμμαχό της, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δοκιμάστηκαν από την εκλογική άρνηση και την αντικυβερνητική βία με αυτό που συνέβη στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ μόλις πριν από δύο χρόνια. Άλλες δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένων του Καναδά, της Γερμανίας και της Γαλλίας, για να αναφέρω μόνο μερικές, έχουν παλέψει παρομοίως με την αύξηση του αντικυβερνητικού αισθήματος.
Συμπερασματικά είναι απαραίτητο να ληφθούν πολύπλευρα μέτρα γιατί και σε άλλα κράτη προσεχώς θα βρεθούμε μπροστά σε τέτοια έκτροπα και πολύ βίαιες αντιδράσεις.
Οι βάσεις αλλά και οι προεκτάσεις των εκδηλώσεων βίας στη Βραζιλία. Τραμπισμός στη Λατινική Αμερική.