Γράφει ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος
Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Στα διεθνή κέντρα αποφάσεων , σε “δεξαμενές εγκεφάλων’ , σε κορυφαία στρατιωτικά επιτελεία, ως και στα παγκόσμια ΜΜΕ κυριαρχεί και θα κυριαρχεί το ερώτημα.
Πώς κατέλαβαν τόσο γρήγορα την εξουσία οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν; Ενώ η απύθμενη αδυναμία του Αφγανικού κράτους δεν ήταν μυστικό, η ταχύτητα της επικράτησης των Ταλιμπάν από τη δυτική επαρχία Χεράτ μέχρι την Καμπούλ,ως και από τον αντι-Ταλιμπανικό βορρά της χώρας ,μέχρι τη Κανταχάρ και τη Χελμάντ αιφνιδίασε όλους και είχε την βάση του σε έναν ελάχιστα εκτιμημένο παράγοντα, δηλαδή την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη γεωγραφία του Αφγανιστάν , και συνεπώς την εύθραυστη σύνθεση του κράτους.
Συγκεκριμένα, η χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού της χώρας ενισχύει τους ευέλικτους και συνεκτικούς επιτιθέμενους στρατούς . Η συνολική πυκνότητα πληθυσμού του Αφγανιστάν είναι σχετικά χαμηλή – περίπου 148 άτομα ανά τετραγωνικό μίλι (57 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο). Συγκριτικά, η πυκνότητα πληθυσμού του Ιράκ είναι 231 άτομα ανά τετραγωνικό μίλι (89 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο). Ακόμη και στις κατοικημένες περιοχές του Αφγανιστάν, ο κόσμος είναι αρκετά απλωμένος, με το 26% του πληθυσμού να ζει σε αστικά κέντρα σε σύγκριση με το 71 % στο Ιράκ. Αν το αναλύσουμε στην βάση της ανθρώπινης γεωγραφίας και των πολέμων τέτοιου τύπου, με δεδομένο τον διάσπαρτο πληθυσμό του Αφγανιστάν, θα ήταν αρκετά δύσκολο για ένα υπολογίσιμο κράτος με συνεκτικό, κινητικό και καλά εκπαιδευμένο στρατό να καταφέρει να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Ταλιμπάν.
Φυσικά, οι Ταλιμπάν δεν αντιμετώπισαν κάποιας μορφής σημαντικό συμβατικό αντίπαλο ,οπότε μπόρεσαν να επιτεθούν αστραπιαία σε πολλά μέτωπα, γεγονός που ξεκάθαρα και μοιραία έδειξε την περιορισμένη ή και λίαν προβληματική συνοχή των όποιων Αφγανικών εθνικών δυνάμεων άμυνας και ασφάλειας. Αυτό το σενάριο για εμένα ήταν προβλέψιμο: Το 2012 έκανα μία παρουσίαση σε Αμερικανούς και Νατοϊκούς επιτελείς – καθώς οι ΗΠΑ άρχισαν τότε την σταδιακή μείωση των στρατευμάτων τους από τη Νατοϊκή ISAF ,όπου εξέτασα πιθανά αποτελέσματα εάν η ΙSAF αποχωρούσε πλήρως από το Αφγανιστάν . Αντλώντας διδάγματα και αυτό που μου αρέσει και εμμένω δηλαδή από τα λεγόμενα LESSONS LΕARNED από την άνοδο των Ταλιμπάν το 1996 , η ανάλυση μου διαπίστωσε ότι οι τεράστιες αδυναμίες των Αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας,η ανομία του κράτους της Καμπούλ , σε συνδυασμό με τις χαμηλές αναλογίες στρατιωτικής παρουσίας που είχαν δημιουργηθεί στο έδαφος του Αφγανιστάν , ως και σε συνάρτηση με την κατανομή του πληθυσμού του, η express νίκη των Ταλιμπάν για εμένα ως ένα βαθμό διαχρονικά εμφανίζονταν ως λογική επικράτηση.
Μετά την σημαντική αποχώρηση όλων των δυνάμεων των ISAF/RESOLUTE SUPPORT MISSION στα μέσα του καλοκαιριού του 2021, οι Ταλιμπάν κατέλαβαν γρήγορα και πολύ εύκολα μεγάλα τμήματα αραιοκατοικημένων εδαφών. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν αυτά τα εδάφη για να επιδείξουν την σχετική τους δύναμη αρχίζοντας μία σειρά συντονισμένων, γρήγορων επιθέσεων. Μετά την εμπέδωση της στρατιωτικής τους ανωτερότητας έναντι του παρακμιακού Αφγανικού στρατού, οι Ταλιμπάν σπάνια χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν καταλυτική ισχύ , επειδή μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη γεωγραφική τους εμβέλεια και να εκφοβίσουν τους τοπικούς-επαρχιακούς ηγέτες , οπότε έπειθαν τους αντιπάλους τους ή να συνθηκολογήσουν ή να αποχωρήσουν.
Εάν η Αμερικανική κυβέρνηση είχε προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει μια ταχεία και εκτεταμένη επίθεση των Ταλιμπάν στον Αφγανικό στρατό και τους τοπικούς ηγέτες, θα μπορούσε για κάποιο διάστημα να επιβραδύνει την προέλαση των Ταλιμπάν ,ώστε να διευκολύνει την ομαλή εκκένωση των αμάχων και των άλλων Αφγανών που είχαν συνεργαστεί με τους δυτικούς επί 20 χρόνια.
Οι Ταλιμπάν είχαν κάνει σχεδόν το ίδιο την εποχή της αρχικής τους ανόδου στα μέσα της δεκαετίας του 90, όταν εκμεταλλεύτηκαν τη ισχνή πυκνότητα πληθυσμού του Αφγανιστάν για να προελάσουν και καταλάβουν μεγάλα τμήματα εδαφών κάνοντας συμφωνίες με τοπικούς ηγέτες. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν εκείνες τις περιοχές για να εξαπολύσουν επιθέσεις που θυμίζουν blitzkrieg και επικράτησαν των δυνάμεων της Βόρειας Συμμαχίας, δηλαδή απέναντι σε μία μεικτή δύναμη μαχητών που ήσαν από την ηττημένη κεντρική κυβέρνηση της Καμπούλ ως και από πολιτοφυλακές Τατζίκων, Ουζμπεκών , Χαζάρα και Παστούν των περιοχών της Κοντούζ, της Φαιζαμπάντ κα. Αντί να στηρίζονται σε παραδοσιακά εξοπλιστικά ‘εργαλεία’ όπως πυροβολικό και μηχανοκίνητες μονάδες , οι Ταλιμπάν κινήθηκαν γρήγορα με εξοπλισμένα οχήματα , και πάντα χωρίς να έχουν αεροπορική υποστήριξη.Πολλοί από τους εχθρούς των Ταλιμπάν στη δεκαετία του 1990 είχαν περιορισμένη εκπαίδευση και οριακή κινητικότητα. (ήταν μία ασύνδετη δύναμη από τοπικούς φύλαρχους)
Όπως έγραψα στην ανάλυση του 2012, σε συγκρούσεις με χαμηλές αναλογίες δύναμης ως προς τον χώρο και με εμπλεκόμενους με περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες, η συνοχή είναι θεμελιώδης: Σε τέτοια πολεμικά σενάρια, ‘όταν οι δυνάμεις δεν είναι συνεκτικές, δεν θα κινηθούν συντονισμένα για να αποτρέψουν τις επερχόμενες εχθρικές κινήσεις και προφανώς θα είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να πολεμήσουν σε αριθμητικά δύσκολες και μη- ευνοϊκές καταστάσεις” Όταν οι Ταλιμπάν βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν πιο εκπαιδευμένες και συνεκτικές ομάδες, η προέλασή τους συχνά επιβραδύνθηκε. Για παράδειγμα, τον Μάρτιο του 1995, οργανωμένες κυβερνητικές δυνάμεις , ενισχυμένες με αερομεταφερόμενα στρατεύματα(με ελικόπτερα) από την Καμπούλ ως και εγγύς αεροπορική υποστήριξη, απέτρεψαν την πρώτη επίθεση των Ταλιμπάν να καταλάβουν τη Χεράτ στα σύνορα με το Ιράν. Ομοίως, οργανωμένες κυβερνητικές δυνάμεις αντιστάθηκαν αποφασιστικά σε επιθέσεις στην Καμπούλ το 1995. Τέτοιες περιπτώσεις έδωσαν έμφαση στην προετοιμασία δυνάμεων – ειδικά εκείνων που είχαν και αεροπορική υποστήριξη – στο να αποτρέψουν την προέλαση των κινητών μονάδων των Ταλιμπάν.
Οι Αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας του 2021 ήταν χειρότερες από τις δυνάμεις που πολέμησαν κατά των Ταλιμπάν στη δεκαετία του 1990(και ας φαίνεται περίεργο) . Ενώ η πυκνότητα και η κατανομή του πληθυσμού του Αφγανιστάν δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από τότε, το 2021 – σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990 – οι Ταλιμπάν είχαν παρουσία σε όλη τη χώρα. Αυτό τους επέτρεπε να πιέσουν τις Αφγανικές δυνάμεις εθνικής άμυνας και ασφάλειας σε πολλές τοποθεσίες και επαρχίες ταυτόχρονα. Ως αποτέλεσμα, ο Αφγανικός στρατός έπρεπε να προσπαθήσει να καλύψει μεγάλα τμήματα εδάφους, να κινηθεί γρήγορα για να ανταπεξέλθει στις πολιτικές και στρατιωτικές απειλές των Ταλιμπάν και να προσπαθήσει να κρατήσει κάποια ετοιμότητα για αντεπιθέσεις. Οι Αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας δεν ανταποκρίθηκαν σε αυτά τα καθήκοντα. Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν μια σειρά από επαρχιακές πρωτεύουσες ως και την ίδια την Καμπούλ μέσα σε λίγες μέρες, πιο γρήγορα από ότι είχαν προβλέψει ακόμη και οι πιο απαισιόδοξες, δημοσίως διαθέσιμες εκτιμήσεις των δυτικών υπηρεσιών , ως και ινστιτούτων στρατηγικής .
Ο Αφγανικός στρατός δεν είχε την ικανότητα και τη συνοχή που απαιτούνταν για να αμυνθεί ενάντια σε γρήγορες Ταλιμπανικές επιθέσεις σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Από καιρό ήταν σαφές και ορατό ότι επρόκειτο για μια αναιμική δύναμη, που δεν ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια σημαντική πρόκληση με ετοιμότητα και ανταποδοτικές επιλογές. Όπως πολλοί και κορυφαίοι αναλυτές του ΝΑΤΟ είχαν επισημάνει από το φθινόπωρο του 2013, όταν οι Αφγανικές δυνάμεις ανέλαβαν την κύρια ευθύνη για την ασφάλεια στη χώρα, τα πράγματα γίνονταν καθημερινά όλο και χειρότερα.. Μέχρι το 2021, ο Αφγανικός στρατός ήταν κάκιστα οργανωμένος, χωρίς ηθικό , ενώ ήταν πάντα σε συντριπτικό βαθμό εξαρτημένος από την αεροπορική υποστήριξη των ΗΠΑ για τη μετακίνηση στρατευμάτων, τον ανεφοδιασμό ως και τις μάχιμες επιχειρήσεις.
Κατά συνέπεια, όταν η Αμερικανική αεροπορική υποστήριξη περιορίστηκε απότομα την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού της τρέχουσας χρονιάς ο Αφγανικός στρατός δεν είχε ενεργό δυνατότητα ανασύνταξης ως και διαδοχικών μετακινήσεων. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν σοκ τις Αφγανικές δυνάμεις, οι οποίες άρχισαν να καταρρέουν απέναντι στην πολλαπλή επιθετικότητα και κινητικότητα των Ταλιμπάν.. Στις λίγες περιπτώσεις στις οποίες οι Αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας επιβράδυναν επιτυχώς τις επιθέσεις των Ταλιμπάν, όπως συνέβη στο Lashkar Gah τον περασμένο Μάιο ήταν επειδή απολάμβαναν τότε σημαντική Αμερικανική εγγύτατη αεροπορική υποστήριξη.
Όπως είχα προβλέψει τότε (στην προηγούμενη ανάλυσή μου) μετά το πέρας των ενεργών επιχειρήσεων της ISAF στα τέλη του 2013 οι Αφγανικές δυνάμεις αποχωρούσαν από τα προωθημένα φυλάκια ως και σημεία ελέγχου σε αστικές περιοχές όταν αντιμετώπιζαν απειλές των Ταλιμπάν, παραχωρώντας έτσι τον έλεγχο των γραμμών εφοδιασμού ως και των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων(πχ Καμπόυλ-Τζαλαλαμπάντ) σε αυτούς. Αυτό επέτρεψε στις δυνάμεις των Ταλιμπάν να καταλάβουν μεγάλες περιοχές και να τις περικυκλώσουν αργά ως και να απομονώσουν αστικά κέντρα, επιτρέποντάς τους να εκβιάζουν τους αξιωματούχους για συμφωνίες συνεργασίας. Οι τοπικοί και επαρχιακοί διεφθαρμένοι αξιωματούχοι αποδέχθηκαν γρήγορα τις προτάσεις των Ταλιμπάν επειδή είχαν ελάχιστη εμπιστοσύνη στην απόλυτα διεφθαρμένη κεντρική κυβέρνηση ενώ γνώριζαν ότι οι Αφγανικές δυνάμεις δεν ήσαν πρόθυμες (και αδύναμες) να υπερασπιστούν τις περιοχές τους από επιθέσεις των Ταλιμπάν.
Η έλλειψη προετοιμασίας του Αφγανικού στρατού, σε συνδυασμό με τη μαζική διαφθορά και τις εσωτερικές φυλετικές διαμάχες, οδήγησαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα συνοχής και σε ελάχιστη σύγκλισή τους με τους κρατικούς φορείς. Πράγματι, στις περιοχές όπου ορισμένες Αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας προσπάθησαν να προβάλλουν κάποια αντίσταση, αρκετοί στρατιώτες βλέποντας τα χαοτικά στα μετόπισθεν είτε διέφυγαν είτε συνεργάστηκαν ενεργά με τις δυνάμεις των Ταλιμπάν που πλησίαζαν. Το αποτέλεσμα, αφού οι Ταλιμπάν απέδειξαν την ορατή και ανώτερη επιθετική τους κινητικότητα και συνοχή στη διάρκεια της αποχώρησης των δυνάμεων των ΗΠΑ την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού της τρέχουσας χρονιάς ,οποιαδήποτε τάση αντίστασης κατέρρεε γρήγορα.
Τι θα μπορούσαν να έχουν κάνει οι Ηνωμένες Πολιτείες διαφορετικά; Οι Αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας, όπως είχαν διαμορφωθεί και εκπαιδευτεί έως το 2021, δεν θα μπορούσαν ποτέ να επικρατήσουν συνολικά των Ταλιμπάν. Πολλοί αναλυτές παρατήρησαν εύστοχα ότι η προσέγγιση-στάση-επιλογή των ΗΠΑ για την οικοδόμηση στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων εταίρων και συμμάχων θα πρέπει να αναθεωρηθεί δραματικά, αλλά η ευκαιρία για την όποια ανοικοδόμηση και τον επαναπροσδιορισμό του Αφγανικού στρατού είχε παρέλθει πολύ πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν. Παρ ‘όλα αυτά, θα μπορούσαν να είχαν καλύτερα διαχειριστεί την αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων μέσα στο 2021. Η συγκρότηση μιας μικρής πολυεθνικής Δύναμης Υποστήριξης για την Ασφάλεια που θα διέθετε και μία υπολογίσιμη αεροπορική υποστήριξη θα μπορούσε να αντισταθεί στους Ταλιμπάν για μερικούς ακόμη μήνες, προστατεύοντας τα αστικά κέντρα ,ώστε να οργανωθεί μια κανονική και όχι βιαστική τακτική εκκένωση.
Για την κυβέρνηση Μπάιντεν, αυτό θα μπορούσε να έχει λιγότερη συμβολική αξία από το να τερματιστεί η Αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Αφγανιστάν λίγο πριν από την 20ή επέτειο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά θα παρείχε χρόνο στην Καμπούλ, να μην εμφανίσει καθολική κατάρρευση. Μία τέτοια εναλλακτική προσέγγιση θα έδινε επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες κυβερνήσεις περισσότερο χρόνο για να εκκενώσουν μεγαλύτερο αριθμό Αφγανών συμμάχων και ακτιβιστών από την Καμπούλ.
Οι Ταλιμπάν είχαν προετοιμάσει προσεκτικά τη στρατηγική τους και είχαν κατανοήσει το φυσικό,πληθυσμιακό και ανθρώπινο έδαφος του Αφγανιστάν. Οι Ταλιμπάν δεν ήταν οι πρώτοι μη κρατικοί μαχητές που “αιφνιδίασαν’ τις Ηνωμένες Πολιτείες(πριν από το καλοκαίρι του 2014, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι παρερμήνευσαν παρόμοια τη στρατηγική ικανότητα του ISIL/ISIS/DAESH στην Μεσοποταμία) και φυσικά δεν θα είναι οι τελευταίοι. Η ανάλυση της Αμερικανικής κυβέρνησης για τις δυνατότητες των μη κρατικών/ασύμμετρων ενόπλων φορέων θα πρέπει να καταστεί πιο ολιστική.Και θα πρέπει να μελετηθούν στο φως των τρεχουσών εξελίξεων τοπως που αξιοποιούν το φυσικό και ανθρώπινο έδαφος σε χώρες όπου διεξάγονται περίπλοκοι εμφύλιοι πόλεμοι.