Δρ Αθανάσιοσ Ε.Δρούγος
Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Έντονο προβληματισμού προκαλεί η κυοφορούμενη μετατόπιση των Ρώσων από τη Μεσογειακή Συρία (βάσεις τους επί δεκαετίες σε Ταρτούς και Λαττάκεια) προς στην ανατολική Λιβύη /Κυρηναϊκή του φιλορώσου πολέμαρχου Χαφτάρ, μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Δαμασκό.Οι συγκεκριμένες κινήσεις ενδέχεται να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις και προεκτάσεις, για αυτό και τις παρακολουθούν οι Αμερικανοί, το ΝΑΤΟ, η Άγκυρα, η Αθήνα και το φιλοτουρκικό καθεστώς της Δυτικής Λιβύης/Τριπολιτάνα του πρωθυπουργού Ντμπέιμπα.
Οι εξελίξεις απαιτούν από την Αθήνα και τη Λευκωσία διμερώς ως και μέσω ΝΑΤΟ να παρακολουθούνται στενά και συνεχώς.
Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, η Ρωσία έχει αρχίσει να αναδιατάσσει προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων αεράμυνας, από τη Συρία στη Λιβύη(Βεγγάζη/Τομπρούκ) , σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την περιφερειακή της επιρροή. Η Ρωσία φέρεται να βρίσκεται σε κάποιες διαπραγματεύσεις με τη HΤS για τη συνεχιζόμενη πρόσβαση του Κρεμλίνου στις βάσεις του στη Συρία, παρά το γεγονός ότι ήδη η Μόσχα κοιτάζει προς την ανατολική Λιβύη.
Ενώ η Ρωσία επιδιώκει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε ολόκληρη την Αφρική, σημαντικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Africa Corps (πρώην Ομάδα Wagner) στο Μάλι και πέρα έχουν προκαλέσει διεθνή κριτική. Η Ρωσική δραστηριότητα στη Λιβύη πιθανότατα θα συνεχίσει να επεκτείνεται,και αν δεν είναι σε θέση τελικά να διατηρήσει τις βάσεις της στη Συρία η περίπτωση του Χαφταρστάν θα μπορούσε να εκληφθεί ως ενδιάμεσος σταθμός μέχρι νεοτέρας.Σύμφωνα με διαβαθμισμένες πληροφορίες ,προηγμένα συστήματα αεράμυνας και άλλο στρατιωτικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό από τις βάσεις της στη Συρία έχον ήδη φθάσει στην ανατολική Λιβύη. .
Το 2015, όταν η Ρωσία παρενέβη στρατιωτικά στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, η κυβέρνηση Άσαντ βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ελέγχοντας λιγότερο από το 20 τοις εκατό του Συριακού εδάφους. Για τη Μόσχα, η Συριακή σύγκρουση ήταν μια ευκαιρία να χαράξει μια κόκκινη γραμμή ενάντια στην υποστήριξη της Δύσης για αλλαγές καθεστώτος μετην Αραβική Άνοιξη. Η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας, η οποία ήταν σχετικά χαμηλού κόστους από το 2015-2020, της επέτρεψε όχι μόνο να σταθεροποιήσει την κυβέρνηση του Άσαντ αλλά και να επιδείξει τις στρατιωτικές της ικανότητες και να ενισχύσει το διεθνές της κύρος.
Η παρέμβαση της Μόσχας καθιέρωσε τη Ρωσία ως βασικό παράγοντα στη Μέση Ανατολή και τη χαρακτήρισε ως αξιόπιστο σύμμαχο, γεγονός που τη βοήθησε να δημιουργήσει μελλοντικές συνεργασίες στην Αφρική. Για τον Πούτιν, η προβολή ισχύος του Ρωσικού στρατού στη Συρία έγινε βασικό μέρος της αντίθεσής του στη Δύση και του στρατηγικού ανταγωνισμού με τους αντιπάλους της Μόσχας. Η αεροπορική βάση Αλ Χμέιμιμ ειδικότερα, ήταν απαραίτητη για την υποστήριξη των επιχειρήσεων της Ρωσίας στην Αφρική.
Όμως με το τέλος του Άσαντ το μέλλον της παρουσίας της Ρωσίας στη Συρία είναι ιδιαίτερα αμφίβολο., δεδομένου ότι οι Δυτικιοί πιέζουν ήδη την HTS να εκδιώξει τους Ρώσους. Η Ρωσία διατηρεί κάποιο μοχλό στις διαπραγματεύσεις της με τους νέους ισχυρούς παίκτες της Συρίας, παρά τις βάναυσες επιχειρήσεις της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και τη μη αποδεκτή απόφαση του Συριακού κοινού και του HTS να χορηγήσει πολιτικό άσυλο στον Μπασάρ αλ Άσαντ.
Ως μόνιμο μέλος του ΣΑ/ΟΗΕ, η Ρωσία διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα στο να παρέχει ένα μονοπάτι προς τη διεθνή νομιμοποίηση της HTS.Κρτη όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος μπορεί να προτιμούν να δουν τη Ρωσία να διατηρεί έστω κάποια παρουσία στη Συρία ως αντίβαρο στην αυξανόμενη επιρροή της Τουρκίας από τη Μεσοποταμία μέχρι τη Σομαλία. Αυτά τα κράτη, είναι πολύ επιφυλακτικά για τον αυξανόμενο ρόλο της Τουρκίας στη Συρία και πέραν αυτής, ενδέχεται να υποστηρίξουν σιωπηρά τη συνεχιζόμενη παρουσία της Ρωσίας για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή.
Ωστόσο, η Μόσχα αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στο όποιο αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεών της με το HTS για να διατηρήσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, γεγονός που ώθησε την αναδιάταξη εξοπλισμού της από τη Συρία στις βάσεις της στην ανατολική Λιβύη. Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι η Μόσχα διερευνά μακροπρόθεσμα δικαιώματα ελλιμενισμού στα λιμάνια του Τομπρούκ και της Βεγγάζης, σε στρατηγική τοποθεσία μόλις 400 μίλια από την Ελλάδα και την Ιταλία. Μια τέτοια Ρωσική παρουσία στη Μεσόγειο θα ενίσχυε την ικανότητά της να προβάλλει ισχύ στη Βόρεια Αφρική και να αντιμετωπίσει την παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Η ανατολική Λιβύη, που ελέγχεται από τον στρατηγό Χαλίφα Χάφταρ, υπήρξε εδώ και καιρό κέντρο της Ρωσικής δραστηριότητας. Ο Χάφταρ βασίστηκε στη Ρωσική στρατιωτική υποστήριξη στον αγώνα του ενάντια στις δυνάμεις που υποστηρίζονται από την Τουρκία και το Καταρ στη δυτική Λιβύη. Η μισθοφορική ομάδα Wagner, και τώρα το Africa Corps, έχουν παίξει βασικό ρόλο στην υποστήριξη των δυνάμεων του Χαφτάρ χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του ως περιοχές για ευρύτερες Ρωσικές επιχειρήσεις, όπως στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Οι αρχικές δηλώσεις της Ρωσίας αναφέρουν τη Λιβύη ως το κέντρο και το σημείο εκκίνησης της επέκτασης του Αφρικανικού Σώματος, σύμφωνα με το Πολωνικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων.. Στις αρχές του 2024, τα Ρωσικά στρατεύματα αριθμούσαν περίπου 800άδρες , με μικρή δραστηριότητα να σημειώνεται στη χώρα. Μέχρι τον Μάιο αυτοί οι αριθμοί είχαν αυξηθεί σε 1.800 και τις τελευταίες ημέρες σε 2100..Η Ρωσία έστειλε περίπου 6.000 τόνους όπλων και εξοπλισμού στη Λιβύη μέσω Συρίας τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2024 και ανακαίνισε ορισμένες αεροπορικές βάσεις εκεί. Στις 13 και 14 Δεκεμβρίου, -σύμφωνα με πηγές του υπογράφοντα -δύο Ρωσικά αεροσκάφη – συγκεκριμένα δύο Ilyushin-76TD – έκαναν στάση στην αεροπορική βάση Al Khadim κοντά στη Βεγγάζη, ξεφορτώνοντας στρατιωτικό υλικό από τη Συρία.