ΩΡΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΙ ΛΙΒΥΗ.ΒΗΜΑ-ΒΗΜΑ

Γράφει  ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος


Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής

 

 

Το 1984, ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, σε μια προσπάθεια να δώσει λύση στην Γαλλολιβυκή εμπλοκή στο Τσάντ,(Σφοδρή  αντιπαράθεση ανάμεσα στον φιλοκανταφικό Γκουγκούνι Ουεντέι και τον υποστηριζόμενο  από το Παρίσι και πρώην πρόεδρο της χώρας Χισένε Χάμπρε) ανέλαβε διπλωματική πρωτοβουλία και κατάφερε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι τους 2 αντιπάλους, τον αείμνηστο  Φρανσουά Μιτεράν και τον  συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι. Η συνάντηση στην Ελούντα της Κρήτης είχε ευτυχές αποτέλεσμα και τέλος.

 

 

 

            Η Ελληνική διπλωματία είχε ανοίξει τα φτερά της και πετύχαινε ένα αρκετά σημαντικό αποτέλεσμα. Αυτό το γεγονός το είχε επικροτήσει και το τότε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο σήμερα κυβερνά τη χώρα. Αν και η Γαλλία, παρόλο που αποδέχθηκε τη συμφωνία, ήταν αρκετά μουδιασμένη, εν τούτοις η αγορά των 40 μιράζ 2000 δεν άργησε να φέρει αποτελέσματα.

 

 

 

            Πέρασε πολύς καιρός από τότε και η διπλωματία μας επαναπαύθηκε με κάθε χρώματος  κυβερνήσεις ,στις δάφνες της, ακολουθώντας παράλληλα μια φθίνουσα πορεία στα εθνικά μας θέματα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παρακολουθεί από μακριά και όχι από κοντά τις γεωπολιτικές εξελίξεις που είχαν επιδράσεις και στην Βαλκανική γειτονιά μας (πτώση του ανατολικού μπλοκ, διάλυση Γιουγκοσλαβίας και Σοβιετικής Ένωσης , εσωτερικές ανακατατάξεις στην Ρωσία,πόλεμοι στην Μ.Ανατολή κα ως και να μην επικαιροποιεί και να μην αναθεωρεί επιμέρους μέρη της, ώστε να βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων.

 

 

 

            Δεν ενεργοποιήθηκε έγκαιρα ώστε να εξασφαλίσει συνεργασίες και συμφωνίες με τις χώρες της Βαλκανικής, παρά μόνο έμεινε στα λόγια για την Ελληνική επιρροή σ αυτές η οποία ήταν υποτονική και πολλές φορές ανύπαρκτη. Συγκεκριμένα:

 

 

 

            α.         Δεν προέβλεψε τα αποτελέσματα και τις συνέπειες από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, χάνοντας τη μοναδική ευκαιρία να τελειώσει το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, όταν η Γερμανία ζητούσε εναγωνίως την αναγνώριση της Σλοβενίας και Κροατίας. Θα μπορούσαμε κάλλιστα εκεί να απαιτήσουμε ως αντάλλαγμα την υποχρέωση όλων των χωρών της Ε.Ε. να αναγνωρίσουν τα Σκόπια με οποιοδήποτε άλλο όνομα που να μην εμπεριέχει το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του.

 

 

 

            β.         Δεν κινηθήκαμε δυναμικά  προς τις φίλες-χώρες  Βουλγαρία και Ρουμανία, αξιοποιώντας τους πολλούς Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στις χώρες αυτές, ώστε να τις προσεταιριστούμε και να εξασφαλίσουμε συνεργασίες και γιατί όχι και συμμαχίες που μελλοντικά θα μας χρησίμευαν ενάντια στην Τουρκική επεκτατικότητα, μιας και η Άγκυρα εκείνη την περίοδο, είχε βάλει πλώρη για περιοχές όπως η Βοσνία-Ερζεγοβίνη  και το Κόσσοβο. Οι όποιες προσπάθειες σταμάτησαν σε κάποιες κινήσεις Ελληνικών τραπεζών που πραγματοποίησαν εξαγορές αντίστοιχων οργανισμών στις παραπάνω χώρες.

 

 

 

            γ.         Δεν πιέσαμε την Αλβανία όσο έπρεπε στο θέμα της Ελληνικής μειονότητας της Β. Ηπείρου και τα δικαιώματα που υποχρεούται να παραχωρήσει σρ αυτήν, εφόσον τα Τίρανα είχαν θέσει σαν στρατηγικό τους στόχο την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και το ανενεργό πρωτόκολλο της Κέρκυρας , το οποίο θα αποτελούσε την έσχατη επιλογή για τον «εξαναγκασμό» της Αλβανίας σε παραχώρηση δικαιωμάτων στη μειονότητα αλλά και στο γεγονός της θέσπισης ΑΟΖ από τότε.

 

 

 

            δ.         Δεν αξιοποιήσαμε παλιές παραδοσιακές συμμαχίες εντός της Ε.Ε. (κυρίως με τη Γαλλία), ώστε να ασκηθούν πιέσεις σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για την δέσμευση και σε κεντρικό αλλά και σε εθνικό ανά χώρα μέλος επίπεδο, ώστε οι υπό ένταξη χώρες στους κόλπους της Ε.Ε. θα έπρεπε πρωτίστως να έχουν διευθετήσει τις οποιεσδήποτε διμερείς διαφορές τους με τα κράτη – μέλη, η και ακόμη να ακολουθηθεί παρασκηνιακή επιθετική πολιτική (όχι στρατιωτική) προς την κατεύθυνση αυτή.

 

 

 

            ε.         Δεν διατηρήσαμε την «κεκτημένη ταχύτητα», φιλικών σχέσεων με τον Αραβικό κόσμο και δεν ανοίξαμε συνάμα  ενεργούς και υπολογίσιμους διαύλους επικοινωνίας με το Ισραήλ, ιδίως σε θέματα στρατιωτικής συνεργασίας. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι έχουμε κυριολεκτικά «ακυρώσει» πολλά από τα ατού που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε προς την κατεύθυνση αυτή, όπως:

 

 

 

                        1/         Τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας. Κατά την άποψή μου αποτελούν κορυφαία στρατηγικά όπλα του Ελληνισμού και της Ελληνικής διπλωματίας, τα οποία με κατάλληλο χειρισμό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους «πρέσβεις» μας στην Μ. Ανατολή με πολλαπλά οφέλη, με κυρίαρχο όφελος τον θρησκευτικό τουρισμό.

 

 

 

                        2/         Δεν αξιοποιήθηκε ο Ελληνισμός της Αιγύπτου, μέσω των συλλόγων και οργανώσεων ή και ΜΚΟ αν θέλετε, για την προβολή της Ελλάδας, την καλλιέργεια ισχυρών δεσμών και τον επηρεασμό της κοινής γνώμης σε μια χώρα κλειδί στα σημερινά γεγονότα.

 

 

 

                        3/         Δεν φροντίσαμε να αιφνιδιάσουμε την Τουρκία, με την υπογραφή συμφωνίας για οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Κύπρο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα «εξαναγκαζόταν» και η Αίγυπτος, αλλά και η Λιβύη (επί Καντάφι ακόμη) να ακολουθήσουν, φράζοντας έτσι το δρόμο προς την Τουρκία να καταστεί ο χωροφύλακας της μισής Μεσογειακής λεκάνης.

 

 

 

                        4/         Δεν αξιοποιήσαμε ευκαιρίες που μας δόθηκαν με την έναρξη της «Αραβικής άνοιξης» το 2011, παρά μόνο παρακολουθούσαμε εξ αποστάσεως, περιοριζόμενοι σε παθητικό ρόλο. Το γεγονός ότι την περίοδο της έναρξης της Αραβικής Άνοιξης η χώρα βρισκόταν στις αρχές της οικονομικής κρίσης, δεν θα έπρεπε να ακυρώσει την όποια ενεργητική διπλωματική μας δραστηριότητα.

 

 

 

                        5/         Δεν κινηθήκαμε διπλωματικά προς την περιοχή του Καυκάσου (Αρμενία), για τη δημιουργία ενός «πόλου» στα μετόπισθεν της Τουρκίας (όπως ακριβώς πράτει η Άγκυρα με τα Τίρανα), ο οποίος (πόλος) θα είχε έμμεσα και εμπλοκή της Ρωσίας μιας και ο  νότιος Καύκασος θεωρείται ύψιστης σημασίας περιοχή, για τη Μόσχα.

 

 

 

                        6/         Δεν πλησιάσαμε την Ιταλία όσο θα έπρεπε ώστε να ασκήσει με τη σειρά της πιέσεις στην Αλβανική πλευρά (γνωστόν ότι η ύπαρξη της Αλβανίας ως κρατική οντότητα οφείλεται στην Ιταλική επιμονή), για την επίλυση των Ελληνοαλβανικών διαφορών. Ένα σημαντικό βήμα στην Ελληνοϊταλική προσέγγιση έγινε στις μέρες μας με την υπογραφή της συμφωνίας για την ΑΟΖ, η οποία όμως θα πρέπει να έχει και ανάλογη συνέχεια.

 

 

 

                        7/         Δεν κάναμε έντονη την παρουσία μας σε χώρες με αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Ν. Αφρική, Βραζιλία κλπ), ή σε χώρες της Άπω Ανατολής (Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν), οι οποίες τρέφουν φιλελληνικά αισθήματα και κάθε χρόνο χιλιάδες τουρίστες από αυτές καταφθάνουν στη χώρα μας, για διακοπές. Θα μπορούσαν να είχαν υπογραφεί πέραν των εμπορικών συμφωνιών και συμφωνίες σε θέματα τεχνολογίας, πολιτισμού και στρατιωτικών συνεργασιών με την ευρύτερη έννοια.

 

 

 

                        8/         Δεν καλλιεργήσαμε περισσότερο τις σχέσεις μας με παραδοσιακές συμμαχικές χώρες (Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), οι οποίες βοήθησαν με τον τρόπο τους τη χώρα ιδίως στον Β’ ΠΠ. Να τονίσουμε ότι στις χώρες αυτές, υπάρχει έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου, το οποίο είναι ανεκμετάλλευτο.

 

 

 

                        9/         Αποσύραμε την διπλωματική μας αποστολή από τη Λιβύη ή και  λόγω φοβικών συνδρόμων , στα πλαίσια της «εξοικονόμησης πόρων», χωρίς αυτή τη στιγμή να έχουμε πρόσβαση και επαφή με χώρα που έχουμε κοινά σύνορα καθώς εφάπτονται οι ΑΟΖ μας.

 

 

 

            Μοναδικές αναλαμπές της Ελληνικής διπλωματίας θα μπορούσε κανείς να πει, την υπογραφή συμφωνίας για τον αγωγό Μπουργκάζ – Αλεξανδρούπολη (ασχέτως αν αυτή ακυρώθηκε μεταγενέστερα), το βέτο  στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ  του 2008 στο Βουκουρέστι και την τριμερή Ελλάδας Κύπρου και Αιγύπτου το 2018 στην Ελούντα, γνωστή και σαν «Ελούντα 2».

 

 

 

            Αντί των παραπάνω, αφεθήκαμε στο έλεος των ορέξεων κέντρων αποφάσεων που κινούνται επιζήμια για τη χώρα, περιορίζοντας την διπλωματική μας δραστηριότητα, σε σημείο που το Ελληνικό ΥΠΕΞ έφθασε επί ορισμένων κυβερνήσεων  να είναι ένα απλό γραφείο τύπου, εκδίδοντας αναιμικές ανακοινώσεις και σχόλια, που καμία αξία και ισχύ δεν έχουν. Και το πιο σημαντικό επί Σημίτη κα … παραδώσαμε τα κλειδιά στους Τούρκους, οι οποίοι παίζουν το παιχνίδι τους και είναι γνωστοί για την διπλωματική τους “ευελιξία”

 

 

 

            Τι θα μπορούσε να γίνει με τα σημερινά δεδομένα; Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει αμέτοχη σε ότι έχει να κάνει με την Μεσόγειο γενικότερα. Πριν μια δεκαετία η Γαλλία επί προεδρίας Σαρκοζί, είχε θέσει το θέμα της δημιουργίας μιας «Μεσογειακής Ένωσης», στην οποία θα μπορούσαν να συμμετέχουν όλες οι χώρες που βρέχονται από Μεσόγειο, αλλά και την  Μαύρη Θάλασσα (ως φυσική προέκταση της Μεσογείου). Θα αποτελούσε έναν γεωπολιτικό πυλώνα με πολλαπλές δυνατότητες και μορφές και το πιο σημαντικό θα συμμετείχαν σ αυτόν και χώρες (πέραν των ήδη εντεταγμένων στην ΕΕ), που θα πρόσθεταν πολλαπλασιαστική αξία και ειδικό βάρος (Ισραήλ, Αίγυπτος, Ρωσία, Ουκρανία).

 

 

 

            Η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει τις όποιες ικανότητές της μέσα σ αυτό το νέο μόρφωμα χωρίς δημοσιονομικές εποπτείες και μνημόνια, με κυρίαρχο στοιχείο τις εμπορικές εξαγωγές, τη ναυτιλία, τη ναυσιπλοΐα, τις πολιτιστικές δράσεις, αλλά και την ασφάλεια των ενεργειακών πηγών και διαδρόμων. Αυτά όλα θα ήταν η απαρχή μιας νέας εναλλακτικής πορείας της χώρας, με όραμα και νέες θέσεις εργασίας και ότι άλλο αυτό συνεπάγεται.

 

 

 

            Με τα σημερινά δεδομένα και μετά την αποτυχία της χωρίς αύριο  Αιγυπτιακής πρωτοβουλίας για επίλυση των διαφορών στη Λιβύη, θα πρέπει να επιχειρηθεί μια νέα Ελληνική πρωτοβουλία,  υπό την Αιγίδα του ΟΗΕ και της ΕΕ, με τη συμμετοχή των 2 αντιμαχόμενων πλευρών, του ΟΗΕ και της ΕΕ (τρίτοι δεν χωρούν για ευνόητους λόγους). Μια «Ελούντα 3» ενδεχομένως να φέρει τύχη, όπως και οι 2 προηγούμενες. Είναι καιρός πια η Ελληνική διπλωματία να αφυπνιστεί και να ενεργοποιηθεί ποικιλοτρόπως ανά τον κόσμο, σε μια προσπάθεια ανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας μας. Με ουσιαστικές παρεμβάσεις και με ανάληψη πρωτοβουλιών είτε μεμονωμένα είτε σε συνεργασία με άλλες χώρες να επανέλθει στο παιχνίδι, το οποίο αν και βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και εφόσον ξαναμπούμε σ αυτό, θα σωθεί η παρτίδα, χωρίς να παραβλέψουμε τις Τουρκικές κινήσεις. Προς αυτή την κατευθυνση θα μπορούσαμε να φέρουμε το ΝΑΤΟ , τον Αραβικό Σύνδεσμο  και τον Οργανισμό Αφρικανικής Ένωσης.Υπάρχουν αρκετές δυσκολίες.Το γνωρίζω, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε….

 

 

            Και το παραπάνω στοιχειοθετείται από την προ ημερών υπογραφή συμφωνίας χάραξης ΑΟΖ με την Ιταλία. Είναι βέβαιο ότι εάν η χώρα συνεχίσει να κινείται σωστά και μεθοδικά, θα επανέλθει σε ρόλο πρωταγωνιστή σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Leave a Reply

  • (not be published)