Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος
Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Ο πρώτος γύρος των Γαλλικών βουλευτικών εκλογών έκλεισε με σαφέστατο και ισχυρό προβάδισμα της Λεπενικής ακροδεξιάς,που για πρώτη φορά τα ποσοστά της ξεπέρασαν το 20%, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στην Ευρώπη,ενώ στο δεύτερο γύρο της προσεχούς Κυριακής,όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά ανοικτά,μεταξύ των οποίων μία ακροδεξιά επικράτηση στην Εθνοσυνέλευση (δύσκολη αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί), μέχρι η χώρα να κινείται σε αχαρτογράφητα κοινοβουλευτικά νερά, με φραξιονισμό,αδυναμία στην υπερψήφιση κρίσιμων νομοσχεδίων, ασταθείς κυβερνήσεις, ως και πολυδιάστατες προεκτάσεις και επιπτώσεις στο ρευστό Γαλλικό εσωτερικό τοπίο.Και μην λησμονούμε ότι η Γαλλία δεν είναι κάποια τυχαία χώρα αφού είναι στην ΕΕ,στη G7 στο ΝΑΤΟ, μόνιμο μέλος του ΣΑ/ΟΗΕ, και η μόνη πυρηνική δύναμη στην ηπειρωτική Ευρώπη.Επιπρόσθετα λόγω του ιδιάζοντος εκλογικού της συστήματος τα εσωτερικά προβλήματα πολλαπλασιάζονται, ενώ και η προεδρική-πρωθυπουργική ‘συγκατοίκηση” δεν τελεί πάντοτε σε αρμονία(ειδικά τώρα με Μακρονιστές,ακροδεξιούς και πανσπερμικούς αριστερούς).Παρά το ‘ότι στη 5η Γαλλική Δημοκρατία ο πρόεδρος έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής,άμυνας,ασφάλειας και υπερπόντιων εδαφών, ορισμένες ανήσυχες φωνές ακούγονται , λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι βρισκόμαστε εν μέσω παγκόσμιας αστάθειας, πολέμων σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή ως και Ρωσικών ύπουλων ενεργειών αποσταθεροποίησης στην Ευρώπη.
Όποια και αν είναι τα τελικά αποτελέσματα των πρόωρων εκλογών, οι επιπτώσεις τους στην εξωτερική πολιτική της Γαλλίας ενδέχεται να χρειαστούν πολύ χρόνο για να γίνουν αισθητές. Αυτό έχει να κάνει με τις πρακτικές των θεσμών της χώρας και με τους στόχους που θα επιδίωκε πραγματικά μια νέα κυβέρνηση(αν υπάρξει και επιβιώσει).Στο πρώτο σημείο, το Γαλλικό σύνταγμα δεν παρέχει σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για τους ρόλους που αναλαμβάνουν ο πρόεδρος και ο πρωθυπουργός. Ο πρόεδρος έχει παραδοσιακά domaine réservé («δεσμευμένος τομέας») για τις εξωτερικές και αμυντικές πολιτικές. Με την μέχρι τώρα κατάσταση ο πρόεδρος θα κληθεί πιθανότατα να κυβερνήσει με πλειοψηφία από την αντιπολίτευση ή ακόμα και με αχαρτογράφητο κοινοβούλιο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρόεδρος θα χρειαστεί να το πράξει, αλλά δύο χαρακτηριστικά σημεία κάνουν τη σημερινή περίπτωση εξαιρετική: Θα μπορούσε να είναι η πρώτη φορά που θα κυβερνούσε ένα ακροδεξιό κόμμα όπως η Εθνική Συσπείρωση, ενώ φαίνεται να υπάρχουν λιγότερες δυνατότητες για συναίνεση σχετικά με την εξωτερική πολιτική μεταξύ των κομμάτων σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό που λειτούργησε στο παρελθόν δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον και ο ρόλος της εξωτερικής πολιτικής του πρωθυπουργού (και της κυβέρνησης που επιβλέπει) παραμένει ερωτηματικό.
Σε τυχόν παράλυση στο εσωτερικό, ο Μακρόν μπορεί να μπει στον πειρασμό να ξοδέψει περισσότερη ενέργεια στη διεθνή σκηνή. Ή, αντίθετα, μπορεί να χρειαστεί να ασχοληθεί πολύ περισσότερο εσωτερικά σε θέματα που δίνει προτεραιότητα, όπως ο νόμος για τον προϋπολογισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχουν επιπτώσεις που πρέπει θα γίνουν αισθητές. Αν επικεντρωθεί στο εξωτερικό, πιθανότατα θα υπονομευόταν από την κυβέρνησή του αν έχει αντικρουόμενες προτεραιότητες εξωτερικής πολιτικής. Αν εστιάσει στο εσωτερικό , η Γαλλία θα διακινδύνευε την αξιοπιστία της στη διεθνή σκηνή και θα υπήρχε αυξανόμενη πιθανότητα πολλές Γαλλικές φωνές να προωθήσουν τις δικές τους αντιφατικές προτάσεις. Επιπλέον, η Γαλλική εσωτερική πολιτική θα μπορούσε να διαχυθεί στη διεθνή σκηνή. Αν δεν υπάρχει πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, η υλοποίηση των υποσχέσεων που δόθηκαν στους ψηφοφόρους μπορεί να αποδειχθεί όλο και πιο δύσκολη. Η αναγκαιότητα για πολιτικές “νίκες’ μπορεί να ενθαρρύνει μια νέα κυβέρνηση να είναι πιο ενεργή και αντιπαρατιθέμενη στην εξωτερική πολιτική.
Λόγω της μεγαλύτερης δυσκολίας επίτευξης συναίνεσης, τόσο ο πρόεδρος όσο και το όποιο κυβερνών κόμμα(αν έχει πλειοψηφία εδρών) θα πρέπει να εστιάσουν στην προτεραιότητα των μαχών που θα δώσουν. Η εξωτερική πολιτική μπορεί κάλλιστα να είναι παράπλευρη. Οι συγκεκριμένοι στόχοι εξωτερικής πολιτικής που στην πραγματικότητα θα επιδιωχθούν παραμένουν αβέβαιοι. Εδώ, το προσωπικό μπορεί κάλλιστα να καθορίσει την πολιτική. Το πολιτικό κόμμα του υπουργού άμυνας ή του υπουργού Ευρώπης και εξωτερικών θα είναι πολύ πιο κρίσιμο τώρα στον καθορισμό της κατεύθυνσης της εξωτερικής πολιτικής της Γαλλίας από ό,τι τα τελευταία χρόνια.
Στα αριστερά, παρά τις αξιοσημείωτες διαφορές, το Νέο Λαϊκό Μέτωπο πέτυχε να βρει κάποια συναίνεση σε ζητήματα που αρχικά τους διέλυσαν (η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διάλυση του αριστερού συνασπισμού στην Εθνοσυνέλευση, για παράδειγμα). Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική είναι σίγουρα ένας από τους τομείς στους οποίους τα κόμματα έχουν τα λιγότερα κοινά. Όσο για την ακροδεξιά, οι συνεχώς μεταβαλλόμενες θέσεις σε βασικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (όπως η ηγεσία της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η υποστήριξη στην Ουκρανία και η προσέγγιση της Γαλλίας στο ΝΑΤΟ) απαιτούν ρεαλισμό.. Η εξωτερική πολιτική σπάνια αποτέλεσε βασικό ζήτημα για τους Γάλλους ψηφοφόρους σε εκλογές, και αυτές οι πρόωρες εκλογές δεν αποτελούν εξαίρεση. Ωστόσο, η πεποίθηση ότι η Γαλλική εξωτερική πολιτική θα διατηρηθεί από την ενδεχόμενη αναταραχή της εγχώριας σκηνής είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ευσεβής πόθος