Το συμβάν που διαμόρφωσε την παγκόσμια οικονομική ισορροπία μεταξύ της Κίνας και του Δυτικού κόσμου ( η οικονομία της Κίνας εκτιμάται στα 44,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ των ΗΠΑ στα 32,4 τρισεκατομμύρια.), ξεκίνησε από το στρατηγικό λάθος της Δύσης στα τέλη της δεκαετίας του 1970, περί το 1978, Δυτικές εταιρίες άρχισαν την μεταφορά των βιομηχανιών τους στην Κίνα με σκοπό να εκμεταλλευτούν την φθηνή εργασία και την χαμηλή φορολογία που προσέφερε την περίοδο εκείνη η Κίνα, η οποία αποσκοπούσε στην στρατηγική κίνηση των μελλοντικών ΑΝΣΚ που είχε θέσει το Εθνικό Συνέδριο του ΚΚΚ ( Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας), το οποίο εγκρίνει το γενικό πολιτικό και ιδεολογικό όραμα.
Ακολούθησε η δεκαετία του 1980 κατά την οποία δημιουργήθηκαν οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (SEZ-Special Economic Zones, ειδικές ζώνες με χαμηλή φορολογία για ξένους επενδυτές, όπου ισχύουν διαφορετικοί, πιο ευνοϊκοί οικονομικοί και εμπορικοί νόμοι σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα), όπως στην πόλη Σεντσέν –Shenzhen (η πρώτη και η πλέον επιτυχημένη Ειδική Οικονομική Ζώνη της Κίνας), με την προσφορά φορολογικών κινήτρων και φθηνά εργατικά χέρια.
Στην περίοδο αυτή, μεταφέρθηκαν βιομηχανίες χαμηλής τεχνολογίας (κλωστοϋφαντουργία, εταιρίες συναρμολόγησης ηλεκτρονικών ειδών).
Στην δεκαετία του 1990-2000, έγινε η μεταφορά κολοσσών, όπως η Motorola και λοιπών εταιρειών (Panasonic, General electric, Nike κλπ).
Οι δυτικές επιχειρήσεις επιτάχυναν τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων όταν η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, τα κίνητρα των εταιρειών αφορούσαν την μείωση κόστους της εργασίας, την πρόσβαση σε μια αγορά τεραστίου μεγέθους και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Η παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών είχε σαν κριτήριο ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγούσε σε σύγκλιση πολιτικών.
(Η ενσωμάτωση χωρών στην παγκόσμια αγορά θεωρήθηκε ότι αναπόφευκτα θα τις οδηγούσε προς την υιοθέτηση δυτικών προτύπων διακυβέρνησης, δηλαδή δημοκρατικών θεσμών και ελεύθερης αγοράς) και την διάδοση αξιών (Η ελεύθερη διακίνηση ιδεών, κεφαλαίων και ανθρώπων θα επέβαλλε σταδιακά φιλελεύθερες αξίες σε παγκόσμιο επίπεδο).
Η μεταφορά παραγωγής και επενδύσεων στην Κίνα αντιμετωπίστηκε ως μια αμοιβαία επωφελής επιλογή, οι Δυτικές εταιρίες θα μεγάλωναν τα κέρδη τους από το χαμηλό κόστος εργασίας και την μειωμένη φορολογία, ενώ η Κίνα θα ενσωματωνόταν σταδιακά στο διεθνές σύστημα.
Δύο δεκαετίες αργότερα, η πραγματικότητα απεδείχθη περισσότερο σύνθετη. Η οικονομική επιλογή της Δύσης μετατράπηκε σε γεωπολιτική πρόκληση, αναδεικνύοντας την μονοδιάστατη προσέγγισης της κίνησης αυτής.
Η στρατηγική διάσταση υποτιμήθηκε. Η κυρίαρχη αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη θα οδηγούσε σε πολιτική σύγκλιση δεν επιβεβαιώθηκε.
Η Κίνα λειτουργεί έχοντας σαν κανόνα ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό πλάνο, με αυτόν τον τρόπο αξιοποίησε την παγκοσμιοποίηση με επιλεκτικό τρόπο, διατηρώντας τον έλεγχο στους κρίσιμους τομείς και εντάσσοντας κάθε εξωτερική συνεργασία σε ένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο. Η στρατηγική πρόσβασης στην κινεζική αγορά (market-for-technology) ήταν ο θεμέλιος λίθος της οικονομικής ανόδου της.
Η Κίνα χρησιμοποίησε το μέγεθος της αγοράς της ως εργαλείο για να αποκτήσει τεχνογνωσία που θα χρειαζόταν δεκαετίες να αναπτύξει αυτόνομα. Επιπρόσθετα επέτυχε με την μέθοδο και την τακτική της να εκπαιδεύσει το ανθρώπινο δυναμικό της και να πετύχει την μεταφορά τεχνολογίας (Technology Transfer), επίσημα η Κίνα αρνείται τον «εξαναγκασμό». Η πρόσβαση στην αγορά προϋποθέτει την αποκάλυψη πνευματικής ιδιοκτησίας, σχεδίων ή κώδικα. (η Νομοθεσία για τις ξένες επενδύσεις το 2020), το Πεκίνο απαγόρευσε επίσημα την αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας μέσω διοικητικών μέσων, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις διεθνείς αντιδράσεις ).
Αυτό επέτρεψε στην Κίνα να επιταχύνει τη μετάβασή της από παραγωγική βάση χαμηλού κόστους σε τεχνολογική δύναμη, χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της μετάβασης είναι εταιρίες όπως η Huawei και η BYD, που ανταγωνίζονται δυτικές εταιρίες κολοσσούς σε κρίσιμους τομείς.
Η Δύση δεν εκτίμησε σωστά την στρατηγική της κινεζικής κουλτούρας, αντιθέτως κινήθηκε κυρίως με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, επηρεαζόμενη από τους οικονομικούς δείκτες και τους πολιτικούς κύκλους.
Η Κίνα κινήθηκε με υπομονή και σχεδιασμό που απέβλεπε να αποδώσει σε βάθος χρόνου τους στόχους που είχαν ιεραρχήσει με γνώμονα την υλοποίηση τους. Με στρατηγική πέτυχαν αθόρυβα να αποκτήσουν την τεχνογνωσία, να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους και να βρεθούν σε θέση ισχύος σε σχέση με την Δύση. Επίσης επέδειξαν συλλογική προσήλωση στους εθνικούς στόχους που είχαν θέσει .
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται διαχρονικά στο δοκίμιο Η Τέχνη του Πολέμου, (The Art of War) του Σουν Τζου το οποίο αναδεικνύει τη σημασία της έμμεσης στρατηγικής (Έμμεση Στρατηγική: Ο Σουν Τζου αναφέρεται στην προσέγγιση του “απρόσμενου” (indirect approach), πλήττοντας τα αδύνατα σημεία του αντιπάλου και αποφεύγοντας τα δυνατά του σημεία), και της αποφυγής πρόωρης σύγκρουσης στην οποία σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν η υπομονή, η συγκέντρωση πληροφοριών και η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την επίτευξη των στόχων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσε επί σειρά ετών στη συνεργασία με την Κίνα χωρίς να έχει χαράξει μια ενιαία στρατηγική προσέγγιση. Μετά την παρέλευση πολλών ετών τα αποτελέσματα δεν ήταν τα προσδοκώμενα.
Στον αντίποδα της συνεργασίας επήλθε η αποδυνάμωση βιομηχανικών τομέων, η αυξημένη εξάρτηση από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού και η περιορισμένη γεωπολιτική συνοχή.
Η ΕΕ προσπάθησε να αναπτύξει πολιτικές στρατηγικής αυτονομίας και ελέγχου επενδύσεων, επιχειρώντας να ισορροπήσει μεταξύ συνεργασίας και ανταγωνισμού.
Στην εξέλιξη που αφορά την στρατηγική της ΕΕ, κρίνεται σκόπιμο να γίνει και μια αναφορά για την πατρίδα μας. Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση χώρας που βρέθηκε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων.
Εάν εξετάσουμε την επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά μπορούμε να αντιληφθούμε τα παρακάτω:
α. Την στρατηγική σημασία της χώρας ως πύλη εισόδου προς την Ευρώπη
β. Τις δυνατότητες προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων
γ. Την ισορροπία που οφείλει η χώρα να εφαρμόσει όσον αφορά την ανάπτυξη και τον εθνικό έλεγχο σε θέματα ασφαλείας.
δ. Τον συντονισμό και εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ στα υπόψη ζητήματα του λιμένα Πειραιά (λειτουργία του ως διακομιστικό κέντρο ανεφοδιασμού) .
ε. Την σωστή διαχείριση γεωπολιτικών πιέσεων, η Ελλάδα οφείλει να λειτουργήσει ως γέφυρα, χωρίς να γίνει το πεδίο ανταγωνισμού ξένων συμφερόντων.
Πριν από λίγες ημέρες στις 26 Απριλίου 2026 η ΕΕ δημοσίευσε λεπτομέρειες σχετικά με το εικοστό (20) πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που αφορά νέους περιορισμούς σε κινέζικες εταιρίες. Οι κυρώσεις στοχεύουν προμηθευτές ευαίσθητου εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας από τρίτες χώρες (εταιρίες με έδρα την Κίνα), οι οποίες παρέχουν προϊόντα διπλής χρήσης στον στρατιωτικό-βιομηχανικό τομέα της Ρωσίας.
Όπως αναφέρει στις 26-4-2026 το Bloomberg, η Κίνα δήλωσε ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα, αφού η ΕΕ πρόσθεσε κινεζικές εταιρίες στο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, προειδοποιώντας ότι όλες οι συνέπειες θα βαρύνουν την ΕΕ.
Επιπρόσθετα το Πεκίνο δήλωσε (δια μέσω του Υπουργείου Εμπορίου) ότι η κίνηση της ΕΕ αντιβαίνει στη συναίνεση που είχε επιτευχθεί μεταξύ των δύο πλευρών.
Η Κίνα υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις υπονομεύουν τις πολιτικές δεσμεύσεις που στηρίζουν τις σχέσεις Κίνας-ΕΕ, εκφράζει δε την έντονη δυσαρέσκεια της και αντιτίθεται σθεναρά στην κίνηση αυτή.
Συμπεράσματα
α. Η περίπτωση της Κίνας αποδεικνύει ότι η οικονομία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στρατηγική.
β. Η Δύση πέτυχε βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη, αλλά συνέβαλε χωρίς την θέληση της στην ενίσχυση ενός ισχυρού ανταγωνιστή.
γ. Η οικονομική πολιτική χωρίς γεωπολιτική αντίληψη δημιουργεί εξαρτήσεις.
δ. Η κατανόηση της ιστορίας και της κουλτούρας αποτελεί προϋπόθεση στρατηγικής επιτυχίας.
ε. Η ισχύς στον σύγχρονο κόσμο είναι σύνθετη: οικονομική, τεχνολογική, πολιτισμική και πολιτική.
στ. Η ΕΕ και η Ελλάδα, δεν πρέπει να αποκοπούν από την Κίνα, αλλά να εστιάσουν στο να διαμορφώσουν μια ισορροπημένη στρατηγική που θα εξασφαλίζει την αυτονομία, την ανθεκτικότητα και τα οφέλη σε βάθος χρόνου.
Υπτγος ε.α Δεληγιάννης Κων/νος
MA – University of Plymouth στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική κ Διεθνή Ασφάλεια
Πρώην Επιτελής ΝΑΤΟ στο CC-LAND
Μαδρίτη και Αντιπρόσωπος στην
CEPC( Civil Emergency Planning Committee )
Και ερευνητικών προγραμμάτων (ΙDIRA-Ιinteroperability of Data and Procedures in Large Scale Multinational Disaster Response Actions ) στην ΕΕ