..
Γράφει ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος
Διεθνολόγος- Γeωστρατηγικός Αναλυτής
Η προοπτική μιας πυρηνικής ανταλλαγής μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ φαινόταν τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, να έχει τελειώσει με τον Ψυχρό Πόλεμο δηλαδή την διετία 1990-1991. Οι πρόσφατες απειλές του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά για να κρατήσει το ΝΑΤΟ μακριά από τη σύγκρουση στην Ουκρανία ,αναζωογόνησαν αυτούς τους φόβους δεκαετιών. Οι απειλές έρχονται εν μέσω της περιθωριοποίησης των συμφωνιών ελέγχου των πυρηνικών όπλων μεταξύ των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων που είχαν σταθεροποιήσει τις στρατηγικές σχέσεις για δεκαετίες.
Επειδή επί χρόνια ασχολούμαι ως αναλυτής με τον έλεγχο των όπλων μαζικής καταστροφής σε παγκόσμια βάση , εκτιμώ τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία ως μια επιπρόσθετη πίεση, αλλά όχι ότι βαίνουμε προς ένα θανατηφόρο πλήγμα για το διμερές σύστημα, που βοήθησε να αποτραπεί ο κόσμος από την πυρηνική καταστροφή. Αυτό το σύστημα έχει εξελιχθεί εδώ και δεκαετίες και επιτρέπει σε Αμερικανούς και Ρώσους αξιωματούχους να μετρήσουν πόσο κοντά βρίσκεται η άλλη πλευρά από την εξαπόλυση επίθεσης
.Να παρακολουθούμε ο ένας τον άλλο
Οι συνθήκες ελέγχου των πυρηνικών όπλων από τις πυρηνικές υπερδυνάμεις του πλανήτη στηρίζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα αναπτυγμένα συστήματα χρήσης και μεταφοράς των πυρηνικών , δηλαδή πυραύλων , υποβρυχίων ή βομβαρδιστικών αεροσκαφών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν , καθώς και να επιτρέψει στην άλλη πλευρά να επαληθεύσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Οι συνθήκες συνήθως περιλαμβάνουν αριθμητικά όρια για τα όπλα και η εφαρμογή μιας συνθήκης ξεκινά με δηλώσεις αναφοράς από κάθε πλευρά των αριθμών και των τοποθεσιών των όπλων. Οι αριθμοί ενημερώνονται ετησίως. Οι δύο πλευρές ειδοποιούν επίσης τακτικά η μία την άλλη για σημαντικές αλλαγές σε αυτή τη γραμμή βάσης μέσω δομών που σήμερα ονομάζονται Κέντρα Μείωσης Πυρηνικού Κινδύνου.
Βασικό στοιχείο όλων των συνθηκών ελέγχου των πυρηνικών όπλων ήταν και είναι η ικανότητα των δύο πλευρών να χρησιμοποιούν «εθνικά τεχνικά μέσα», όπως δορυφόρους που μαζί με τις τεχνικές απομακρυσμένης παρακολούθησης, όπως ανιχνευτές ακτινοβολίας, ετικέτες και σφραγίδες κα να παρακολουθούν την συμμόρφωση των κρατών . Οι τεχνικές απομακρυσμένης παρακολούθησης έχουν σχεδιαστεί για να διακρίνουν μεμονωμένα αντικείμενα όπως πυραύλους που περιορίζονται από τη συνθήκη και να διασφαλίζουν ότι δεν παραβιάζεται..
Η συνθήκη για την εξάλειψη των πυρηνικών δυνάμεων ενδιαμέσου βεληνεκούς (INF) του 1987 που υπεγράφη από τους προέδρους Ρείγκαν και Γκρμπατσόφ στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας εισήγαγε μια σημαντική καινοτομία: τη χρήση επιτόπιων επιθεωρήσεων. Πριν από αυτή τη συνθήκη, οι Σοβιετικοί είχαν αντισταθεί στις προτάσεις των ΗΠΑ να συμπεριληφθούν τέτοιες επιθεωρήσεις στην επαλήθευση. Αλλά καθώς ο τελευταίος Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κινήθηκε στο εσωτερικό της χώρας πάνω σε μια διαδικασία glasnost (ανοιχτότητα), αγκάλιασε τις επιτόπιες επιθεωρήσεις οπότε παρόμοιες διατάξεις έχουν συμπεριληφθεί σε μεταγενέστερες συνθήκες. Περιλαμβάνουν τόσο τακτικές ανακοινώσιμες εκ των προτέρων επιθεωρήσεις όσο και ορισμένο αριθμό ετήσιων απροειδοποίητων βραχυπρόθεσμων επιθεωρήσεων -πρόκλησης για προστασία από την τυχόν εξαπάτηση ή απόκρυψη κρίσιμων στοιχείων.
Η ιστορία της διατήρησης των πυρηνικών όπλων υπό έλεγχο.
Οι μελετητές εθνικής ασφάλειας, όπως ο Tόμας Σέλινγκ και ο Mόρτον Χαλπερίν , ανέπτυξαν την έννοια του ελέγχου των εξοπλισμών στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ως και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 εν μέσω μιας επιταχυνόμενης κούρσας εξοπλισμών ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης. Τα μέτρα ελέγχου των όπλων σχεδιάστηκαν για να διευρύνουν τη διαφάνεια ως και την προβλεψιμότητα για την αποφυγή παρεξηγήσεων ή ψευδών συναγερμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τυχαία ή ακούσια πυρηνική σύγκρουση.
Καθώς η ιδέα εξελίχθηκε, ο στόχος των μέτρων ελέγχου των εξοπλισμών έγινε για να διασφαλίσουν και οι δύο πλευρές ότι θα είναι απόμακρες επικίνδυνων πυρηνικών τάσεων , ενώ θα μειώνονταν τα κίνητρα για να εμπλακούν σε έναν πυρηνικό πόλεμο εξαρχής. Η προσέγγιση απέκτησε “έλξη” μετά την 13 ημερών ιστορική Κουβανική κρίση των πυραύλων του 1962, όταν η αιφνιδιαστική ανάπτυξη Σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων στη νήσο της Καραϊβικής και σε απόσταση μικρότερη των 100 μιλίων από τις ΗΠΑ έφερε τον κόσμο στα πρόθυρα του πυρηνικού πολέμου. Οι αρχικές διμερείς συμφωνίες περιελάμβαναν τη συμφωνία του 1972 Strategic Arms Limitation Talks (SALT 1), η οποία έθεσε τα πρώτα ανώτατα όρια στα πυρηνικά όπλα των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνέχεια, ο Γκορμπατσόφ διαπραγματεύτηκε τη συνθήκη INF και τη Συνθήκη για τη μείωση των στρατηγικών όπλων (START I), η οποία οδήγησε σε περαιτέρω μειώσεις στις πυρηνικές δυνάμεις των δύο πλευρών.
Η συνθήκη INF απαγόρευσε και έθεσε εκτός για πρώτη φορά μια ολόκληρη γενιά όπλων: πυραύλους εδάφους-εδάφους με βεληνεκές μεταξύ 500 και 5.500 χιλιομέτρων (311 και 3.418 μίλια). Αυτή περιελάμβανε πυραύλους των ΗΠΑ ικανούς να πλήξουν τη Ρωσία από το έδαφος των συμμάχων των ΗΠΑ στην Ευρώπη ή την Ανατολική Ασία (είχαν αναπτυχθεί στα εδάφη της Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας) και αντίστροφα Σοβιετικοί πύραυλοι SS20( στην τότε Ανατολική Γερμανία και στην τότε Τσεχοσλοβακία).
Το 2010, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και ο τότε Ρώσος Πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ υπέγραψαν τη νέα συμφωνία START, η οποία μείωσε περαιτέρω τις αναπτυγμένες στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις των δύο πλευρών. Και το 2021, ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και ο Πούτιν παρέτειναν αυτή τη συνθήκη για πέντε χρόνια στην συνάντησή τους στην Γενεύη. Οι συνθήκες έχουν υποστηρίξει και εμπεδώσει δραματικές περικοπές στα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο χωρών.
Νέες προκλήσεις για ένα γηρασμένο σύστημα.
Οι επιθεωρήσεις βάσει της συνθήκης INF έληξαν το 2001, αφού αφαιρέθηκαν από την ανάπτυξη και οι τελευταίοι απαγορευμένοι πύραυλοι.Οις κυβερνήσεις Ομπάμα και Τραμπ, των ΗΠΑ κατηγόρησαν τη Ρωσία για παραβίαση της συνθήκης αναπτύσσοντας, και δοκιμάζοντας πυραύλους κρουζ που ξεπερνούσαν το όριο των 500 χιλιομέτρων, μια κατηγορία που η Ρωσία απέρριψε. Με την υποστήριξη των συμμάχων του ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε από τη συνθήκη το 2019. Αυτό άφησε τα στρατηγικά όπλα μεγάλης εμβέλειας ως τα μόνα πυρηνικά όπλα που υπόκεινται σε συμφωνίες ελέγχου των όπλων. Τα μη στρατηγικά πυρηνικά όπλα μικρότερης εμβέλειας – αυτά με βεληνεκές μικρότερη των 500 χιλιομέτρων ή περίπου 310 μίλια – δεν έχουν καλυφθεί ποτέ από καμία συμφωνία, και μάλιστα η Μόσχα έχει πολύ περισσότερα από αυτά που διαθέτει το ΝΑΤΟ (περίπου 2500-2700 ,ενώ το ΝΑΤΟ 160 σε βάσεις στην Τουρκία, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία και Βέλγιο)
Ο έλεγχος των όπλων έχει μειωθεί και με άλλους τρόπους.
Η Ρωσία έχει ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού πυρηνικών όπλων και ορισμένα από τα εξωτικά νέα στρατηγικά οπλικά της συστήματα δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς της START. Στο μεταξύ οι κυβερνοεπιθέσεις και τα αντιδορυφορικά όπλα εμφανίζονται ως νέες απειλές για την παρακολούθηση του ελέγχου των εξοπλισμών και των πυρηνικών συστημάτων διοίκησης και ελέγχου. Η τεχνητή νοημοσύνη και η τεχνολογία υπερηχητικών πυραύλων θα μπορούσαν να μειώσουν τους χρόνους προειδοποίησης για μια πυρηνική επίθεση. Η Ρωσία έχει αναπτύξει πυραύλους που μπορούν να φέρουν συμβατικές και πυρηνικές κεφαλές, προκαλώντας σύγχυση. Και η Ρωσία ανησυχεί ότι τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ, ειδικά στην Ευρώπη(σε Ρουμανία, Τουρκία και Πολωνία)απειλούν τη στρατηγική σταθερότητα επιτρέποντας στις ΗΠΑ να πραγματοποιήσουν πρώτες ένα πυρηνικό χτύπημα και στη συνέχεια να αποτρέψουν μια αποτελεσματική Ρωσική πυρηνική απάντηση.
Πριν από τον πόλεμο της Ουκρανίας, ο Μπάιντεν και ο Πούτιν είχαν ξεκινήσει έναν Στρατηγικό Διάλογο Σταθερότητας για να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα και να θέσουν τις βάσεις για διαπραγματεύσεις για αντικατάσταση της START πριν λήξει το 2026. Όμως ο διάλογος έχει διακοπεί με το ξέσπασμα των εχθροπραξιών στην Ουκρανία και είναι δύσκολο να προβλεφθεί πότε και αν μπορεί να ξαναρχίσει. Οι πρόσφατες παράνομες κινήσεις του Πούτιν στην Ουκρανία έχουν κλονίσει περαιτέρω την στρατηγική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Την παραμονή της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία,ο Πούτιν είπε ότι «όποιος προσπαθεί να παρέμβει σε εμας… πρέπει να γνωρίζει ότι η απάντηση της Ρωσίας θα είναι άμεση και θα σας οδηγήσει σε τέτοιες συνέπειες που δεν έχετε ξαναζήσει στην ιστορία σας» και ότι η Ρωσία διαθέτει «ορισμένα πλεονεκτήματα σε έναν αριθμό από τους πιο πρόσφατους τύπους όπλων».
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία σε εξέλιξη, ο Πούτιν ανακοίνωσε ένα «ενισχυμένο πολεμικό συναγερμό» των πυρηνικών δυνάμεων της χώρας του που δεν είναι ένα κανονικό και εμφανές επίπεδο συναγερμού συγκρίσιμο με το καθεστώς DEFCON των ΗΠΑ. Στην πράξη, ο ενισχυμένος συναγερμός μάχης συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στην προσθήκη προσωπικού σε βάρδιες σε σχετικές τοποθεσίες πυρηνικών όπλων στην Ρωσική εδαφική επικράτεια. Η ανακοίνωση σχεδιάστηκε για να αποθαρρύνει το ΝΑΤΟ από την επέμβαση υπέρ του Κιέβου ως και να εκφοβίσει την Ουκρανία. Ωστόσο, αξιωματούχοι της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ εξέφρασαν την ανησυχία ότι η Ρωσία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τακτικά πυρηνικά όπλα στην Ουκρανία αν οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ συρθούν σε άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία.
Η χρήση των τακτικών πυρηνικών όπλων είναι σύμφωνη με το στρατιωτικό δόγμα της Ρωσίας του 2010 για «κλιμάκωση σε αποκλιμάκωση». Ωστόσο, ακόμη και μπροστά στο στρατηγικό πυρηνικό “κροτάλισμα” του Πούτιν και τις ανησυχίες για τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία, το πλαίσιο ελέγχου των όπλων έχει παραμείνει αρκετά σταθερό για να διατηρηθεί η στρατηγική σταθερότητα. Οι διοικητές των πυρηνικών διοικήσεων των ΗΠΑ (πχ STRATCOM στη Νμπράσκα) επέκριναν τις κινήσεις του Πούτιν, αλλά δεν προσπάθησαν να τις απαντήσουν . Δεν βλέπουν εμφανή στοιχεία ότι ο Πούτιν έχει λάβει μέτρα για να κλιμακώσει την κατάσταση, όπως είναι η τοποθέτηση μη στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών σε αεροπλάνα ή πλοία ή η αποστολή υποβρυχίων με πυρηνικό οπλισμό στη θάλασσα. Μέχρι στιγμής, ο έλεγχος των εξοπλισμών έχει παίξει τον επιδιωκόμενο ρόλο του περιορισμού της εμβέλειας και της βίας στην Ουκρανία, διατηρώντας ορισμένες αποτρεπτικές θέσεις σε μια σύγκρουση που διαφορετικά θα μπορούσε να μετατραπεί σε παγκόσμιο πόλεμο.Ανεξάρτητα της μέχρι τώρα κατάστασης ,καλό θα ήταν να παρακολουθούμε συνεχώς την ανησυχητική δυναμική των εξελίξεων.