Γράφει ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος
Διεθνολόγος- Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες εν μέσω του πολέμου Ουκρανίας-Ρωσίας ήταν ιδιαίτερα σημαντική και από κοινού με την προγραμματισμένη σύνοδο του Ιουνίου στη Μαδρίτη (όπου επίσημα θα παρουσιαστεί και το νέο Στρατηγικό Δόγμα της Ατλαντικής Συμμαχίας ) θα καθορίσουν σε όλα τα επίπεδα το μέλλον των ενδο- Νατοϊκών σχέσεων και ασφαλώς την όποια μελλοντική σχέση της Δύσης με τη Ρωσία.
Βασικά σημεία των εσωτερικών και συμμαχικών εξελίξεων θα είναι η περαιτέρω ενδυνάμωση των ενδο-Ατλαντικών σχέσεων ,η αναζωογόνηση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης των ΗΠΑ με το ΝΑΤΟ ,ως και η διαμόρφωση ενός καθολικού σχεδιασμού της νέας δυναμικής του ΝΑΤΟ. Αυτά τα ζητήματα είναι κρίσιμα εάν οι ΗΠΑ θέλουν να συνεργαστούν πολυδιάστατα με τους εταίρους τους στο ΝΑΤΟ για να δημιουργήσουν το αναβαθμισμένο επίπεδο αποτροπής και άμυνας που χρειάζονται τώρα για να αντιμετωπίσουν την απύθμενη προκλητική και προβληματική Ρωσία.
Οι ΗΠΑ πρέπει να βάλουν ένα τέρμα στην πρόσφατη εστίασή τους στα γνωστά μέτρα των προσπαθειών των εθνικών στρατιωτικών δαπανών -ή στον «καταμερισμό των βαρών» – και να επικεντρωθούν στο πώς μπορούν να συνεργαστούν με τους συμμάχους τους για να αναπτύξουν αποτελεσματικά σχέδια για την ανοικοδόμηση μιας συνεκτικής αποτρεπτικής και αμυντικής ικανότητας για τα αμέσως προσεχή χρόνια. Με απλά λόγια, η εστίαση στην αύξηση του συνολικού επιπέδου εθνικών δαπανών δεν είχε ποτέ νόημα σε μια περίοδο που οι επίσημες εκτιμήσεις και οι εκτιμήσεις των “δεξαμενών σκέψης” των συνολικών Ρωσικών στρατιωτικών δαπανών ήταν περίπου 62 έως 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Τέτοιες εκτιμήσεις των Ρωσικών δαπανών ήταν σταθερά κάτω από το ένα τρίτο των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων που δαπανιόνταν μόνο από το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Αυτές οι Ρωσικές στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε ένα μικρό μόνο κλάσμα του καθολικού συνόλου δαπανών για τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τα Ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ.
Η εστίαση στους γενικούς στόχους αμυντικών δαπανών απέτυχε στο να παράσχει κάποιο δημόσιο κίνητρο για υψηλότερες δαπάνες με βάση μια πειστική ανάλυση των απειλών , ενώ οι σχεδιαστές έκαναν ελάχιστα από πολιτική άποψη για να επικεντρωθούν στους τομείς όπου οι δαπάνες ήταν και είναι περισσότερο απαραίτητες, δηλαδή σε μία πραγματική διασυμμαχική διαλειτουργικότητα ως και σε ένα συντονισμένο εκσυγχρονισμό. Οι αναιμικές εθνικές προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων του 2% του ΑΕΠ για τις αμυντικές δαπάνες συχνά αγνοούσαν τόσο τη σταθερή μείωση της ακρίβειας των υπαρχόντων όπλων και στρατιωτικών συστημάτων σε πολλές χώρες, καθώς και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση αρκετών κρατών- μελών της Ανατολικής Ευρώπης σε όπλα και συστήματα που είχαν κληρονομήσει από την αλήστου μνήμης πρώην Σοβιετικής Ένωσησ (FSU) και στα οποία δεν είχαν ούτε είχαν πλέον πρόσβαση, ούτε αγόραζαν, και ούτε αναβάθμιζαν για τόσα χρόνια.
Ως αποτέλεσμα, το ΝΑΤΟ έκανε όλα αυτά τα χρόνια πολύ λίγα για να διορθώσει μια κατάσταση , ενώ ήταν πολύ μικρή η προσπάθεια του να εξεταστεί ποιο επίπεδο δαπανών χρειαζόταν πραγματικά , ως και να διορθωθούν οι ελλείψεις σε αριθμό δυνάμεων , στον εκσυγχρονισμό, στην ετοιμότητα ως και την εκπαίδευση και βιωσιμότητα των διακλαδικών δυνάμεων κάθε χώρας μέλους.
Οι ποσοστιαίες στόχοι δαπανών που έθεσαν οι υπουργοί του ΝΑΤΟ δεν ήταν πρακτικοί για πολλά κράτη , δεδομένης της εσωτερικής πολιτικής και των οικονομιών τους. Για παράδειγμα, αυτοί οι στόχοι είχαν μόνο περιορισμένο συνολικό αντίκτυπο στη διατήρηση της δύναμης των μονάδων της Ανατολικής Ευρώπης στην περιοχή κοντά στα Ρωσικά σύνορα και στη μετατροπή τους από Σοβιετικά σε διαλειτουργικά ή κοινά οπλικά συστήματα με τις δυνάμεις παλαιότερων μελών του ΝΑΤΟ (δυτικοευρωπαϊκές).
Εδώ, πρέπει να επισημανθεί ότι οι Ευρωπαϊκοί στρατοί του ΝΑΤΟ, και οι στρατιωτικές εντολές της Συμμαχίας , προσπάθησαν συχνά να θέσουν τις σωστές προτεραιότητες κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Ομπάμα(αλλά και επί Τραμπ) όπως έκαναν ο ΓΓ Γένς Στόλντεμπεργκ και το Διεθνές Επιτελείο. Καθοδηγούμενοι όμως από τις ΗΠΑ , οι υπουργοί Άμυνας εστίαζαν εμμονικά στη δαπάνη του 2% του ΑΕΠ για την άμυνα έως το 2024, και δεν έκαναν περαιτέρω κινήσεις .
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ, οι προσπάθειες των ΗΠΑ να μεταφέρουν περισσότερο το βάρος των δαπανών στην Ευρώπη σε πολιτικό επίπεδο, με μικρό πρακτικό αντίκτυπο στον ουσιαστικό σχεδιασμό δυνάμεων, συχνά σήμαιναν ότι οποιαδήποτε πρόσθετη δαπάνη σπαταλήθηκε σε περιορισμένους τομείς βελτίωσης που δεν άλλαξαν τις συνολικές δυνατότητες των εθνικών δυνάμεων και δεν αντιστάθμισαν τη συνεχιζόμενη εξάρτηση δεδομένων κρατών-μελών από τους απαρχαιωμένους και φθίνοντες στόλους οπλικών συστημάτων της Σοβιετικής εποχής.
Η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδειξε πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι αυτή η προσέγγιση στον σχεδιασμό των δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Απέδειξε ότι η Ρωσική απειλή εξακολουθεί να είναι πραγματική, όπως και η εστίαση της Ρωσίας σε νέες πυρηνικές δυνάμεις, σε συμβατικά πλήγματα ακριβείας και μεγάλης εμβέλειας, ως και στον κυβερνοχώρο.
Με αυτόν τον τρόπο, τόσο οι ΗΠΑ όσο και οι στρατηγικοί εταίροι τους στο ΝΑΤΟ πρέπει να αναγνωρίσουν ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 3 έως 4 χρόνια για να ολοκληρωθεί μια τέτοια προσπάθεια και ότι η προσπάθεια σχεδιασμού της νέας δύναμης του ΝΑΤΟ θα πρέπει να ενημερώνεται σταθερά και όχι μόνο για να αποτρέψει και αμυνθεί απέναντι στη Ρωσία, αλλά και για να συνδράμει στο ΝΑΤΟ σε επιχειρήσεις εκτός γεωγραφικής ζώνης του ως και στην αντιμετώπιση της Κίνας. Οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν ότι στο εξής θα είναι σημαντική η συνεργασία με την ΕΕ θα κυρίως σε οικονομικό επίπεδο από ό,τι σε επίπεδο ασφάλειας. και άμυνας.
Τα διδάγματα από την περίπτωση σχεδιασμού δυνάμεων του ΝΑΤΟ που πραγματοποιήθηκε στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου στη δεκαετία του 1960 είναι ακόμα πολύ ουσιώδη . Πρώτο, όπως συμβαίνει με την αμυντική προσπάθεια των ΗΠΑ, η στρατηγική αυτή καθεαυτή δεν έχει νόημα, εκτός εάν συνδέεται με συγκεκριμένα σχέδια, προγράμματα και προϋπολογισμούς. Δεύτερο η ουσιαστική πρόοδος απαιτεί χρόνο και υπομονή, καθώς και συνεχείς προσπάθειες για την ανάπτυξη κατάλληλων σχεδίων, προγραμμάτων και προϋπολογισμών. Τρίτο μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να βλέπει τουλάχιστον πέντε χρόνια μπροστά και θα απαιτήσει συνεχή εργασία τόσο σε επίπεδο ΝΑΤΟ όσο και σε εθνικό επίπεδο για να υλοποιηθεί πραγματικά . Τέταρτο καμία προσπάθεια δεν έχει νόημα αν δεν επικεντρώνεται ανά χώρα στην εσωτερική πολιτική πραγματικότητα και στους υπάρχοντες περιορισμούς. Πέμπτο μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να βασίζεται σε καθαρές εκτιμήσεις –και όχι σε αφηρημένους στόχους ή έννοιες.Τέλος, τέτοιες προσπάθειες πρέπει να είναι αρκετά διαφανείς ώστε να πείσουν την ελίτ των πολιτικών δυνάμεων στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και τον Καναδά ,και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του κοινού, ότι είναι έγκυρες και αναγκαίες.
Συμπερασματικά πολλά θα εξαρτηθούν από το να δείξουν στην πλειοψηφία στα δημοκρατικά κράτη ότι υπάρχουν έγκυρα σχέδια για την κάλυψη των αναγκών και ένα σχέδιο στο οποίο πρέπει να δοθεί υψηλή προτεραιότητα απέναντι σε απειλές όπως πχ με την περίπτωση του Covid 19. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ πρέπει να δράσουν γρήγορα για να αξιοποιήσουν τη δυναμική που δημιούργησε η τραγική εξέλιξη στην Ουκρανία. Πρέπει επίσης να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των λαών τους. Οι εκκλήσεις για πατριωτισμό και θυσίες πρέπει να υποστηριχθούν σε κάθε λεπτομέρεια. Καμία στρατηγική που να βασίζεται στη ρητορική και στη φράση «εμπιστέψου με», δεν είναι έγκυρη , ή ακόμα και ανεκτή , σε μια δημοκρατική κοινωνία που επιθυμεί να δει πράξεις και αποτελέσματα.